Βλακεία. Η υπερταξική δυστυχία!

Βασ. Ραφαηλίδης

Βασ. Ραφαηλίδης

Βασίλης Ραφαηλίδης.  ΠΗΓΗ.

Στην ιδανική περίπτωση που η ανισότητα θα έχει εξαφανιστεί εντελώς απ’ τη γη στο απώτατο μέλλον της “ευτυχίας για όλους” (έχουμε κάθε δικαίωμα να φανταζόμαστε τον επί της γης παράδεισο) θα δημιουργηθεί πιθανώς το πρόβλημα μιας ανίας για όλους: Είναι ανιαρό το να είσαι διαρκώς ευτυχής και να βλέπεις και τους άλλους γύρω-σου το ίδιο με σένα ευδαίμονες, μέσα σε μια “έξυπνη κοινωνία” πραγματικής αφθονίας σ’ όλα τα επίπεδα.
Αυτός ο κίνδυνος δε θα υπάρξει. Γιατί η “κοινωνία της ισότητας” δεν έχει στο πρόγραμμά-της να κάνει τους ανθρώπους ευτυχείς, με μια μεταφυσική έννοια. Το μόνο που μπορεί να πετύχει, κι αυτό είναι ήδη πάρα πολύ, είναι να αφαιρέσει απ’ τους ανθρώπους μια πρόσθετη δυστυχία, αυτή που δημιουργεί η οικονομική ανέχεια και η φτώχεια.

Είναι χρέος-μας ν’ απαλλάξουμε την ανθρωπότητα απ’ το μέρος εκείνο της δυστυχίας που είναι δυνατό να απαλειφθεί με ενσυνείδητη και εκλογικευμένη δράση, αλλά δεν είναι καθόλου στο χέρι-μας να την απαλλάξουμε κι απ’ το άλλο μέρος της δυστυχίας που έχει σχέση με το θάνατο, τον έρωτα και τη… βλακεία.
Κάτω απ’ οποιοδήποτε κοινωνικό καθεστώς, οι άνθρωποι συνεχίζουν να πεθαίνουν, να ερωτεύονται και, κάποιοι απ’ αυτούς να είναι βλάκες, πράγμα που αποτελεί και τη μεγαλύτερη δυστυχία, όχι, βέβαια, για τον βλάκα, που είναι πανευτυχής καθώς, ένεκα βλακείας, δεν έχει συνείδηση της βλακείας-του, αλλά για τους άλλους που πρέπει να τον υφίστανται και να συνεργάζονται μαζί-του.
Δε θα μιλήσουμε εδώ για το θάνατο και τον έρωτα σαν αστήρευτη πηγή δυστυχίας (αλλά και ευτυχίας, γιατί στη διαλεκτική οι έννοιες νοούνται πάντα στη σχέση-τους με το αντίθετό-τους) και θα περιοριστούμε στη βλακεία… υπό σοσιαλιστικό και δημοκρατικό καθεστώς, που θα μπορούσαμε να την πούμε και “σοσιαλιστική ή δημοκρατική βλακεία”, για να την ξεχωρίζουμε απ’ τις εκδοχές της “φασιστικής βλακείας”, της “νεοδημοκρατικής βλακείας”, της “πασοκικής βλακείας”, της “κομουνιστικής βλακείας” κι όλες τις άλλες μορφές… πολιτικοποιημένης και απολιτικής βλακείας.

Αν θέλουμε τους ανθρώπους πολιτικοποιημένους, και πρέπει να τους θέλουμε, αποκλείεται να μην πολιτικοποιήσουμε μαζί-τους και τη βλακεία-τους. Γιατί η βλακεία είναι ρούχο που το φοράει κανείς κάτω απ’ το δέρμα, και στην περίπτωση χοντροπετσιάς κάθε κοινωνική επέμβαση για το μετριασμό-της, π.χ., με την παιδεία καθίσταται εντελώς αδύνατη.
Πρέπει, συνεπώς, να βρούμε τρόπους να συνυπάρξουμε ειρηνικά με τους βλάκες που δε φαίνεται να εξαφανίζονται απ’ τη γη τα προσεχή πέντε χιλιάδες χρόνια. Η βλακεία είναι αρρώστια παγκόσμια, διαχρονική και υπερταξική. Θα μπορούσαμε, μάλιστα, να πούμε πως είναι το μόνο σταθερό και αμετάβλητο δεδομένο στην ιστορία του κόσμου. Και κοιταγμένη απ’ τη σκοπιά της σταθερότητας και της ακινησίας, η βλακεία είναι ένα είδος θεότητας, αφού μόνο ο Θεός θεωρείται σταθερός, ακίνητος και αιώνιος.
Κάποτε και τους πνευματικά ανίκανους τους πετούσαν στον Κεάδα. Ο χριστιανισμός εξάλειψε τούτη τη βαρβαρότητα, καθώς έδωσε στο βλάκα την πρέπουσα, ισότιμη μ’ αυτήν του έξυπνου θέση τόσο μέσα στον υπαρκτό κόσμο όσο και στον Παράδεισο. Η Δημοκρατία χρωστάει πάρα πολλά στο χριστανικό μακαρισμό της πνευματικής φτώχειας. (“Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι”, κλπ). Επιτέλους με το χριστιανισμό εξαλείφτηκε ο “βιολογικός αριστοκρατισμός” ο βασισμένος σε κάποια προνόμια που έδωσε σε κάποιους ανθρώπους η μάνα φύση κι όχι η κοινωνία και η αγωγή. Είναι αδύνατο πια να επιχειρήσει κανείς πολιτικούς διαχωρισμούς σύμφωνα με το “ταλέντο” και το “χάρισμα”. Γιατί, αφού όλοι είμαστε ίσοι ενώπιον του Θεού είμαστε και μεταξύ-μας ίσοι. (Τα προς τρίτα ίσα και αλλήλοις ίσα, λέμε στα μαθηματικά).

Όμως, είναι φανερό πως τούτη η μεταφυσική ισότητα είναι πλασματική, γιατί ο κοινός παρανομαστής δεν είναι επιστημονικά ελέγξιμος, δεν είναι πράγμα με όγκο και βάρος, είναι Ιδέα και Πνεύμα άναρχο και απροσμέτρητο.
Βέβαια, το ανθρώπινο πνεύμα μετέχει της ουσίας του Αιωνίου Πνεύματος, όπως πρεσβεύει η μεταφυσική. Αλλά αν το ανθρώπινο πνεύμα ήταν το ίδιο τέλειο με το Αιώνιο, ο Θεός θα καταργούνταν, όπως λέει ο Αριστοτέλης. Συνεπώς, για να μην καταργήσουμε το Θεό πρέπει να κρατήσουμε το ανθρώπινο πνεύμα σε μεγάλη απόσταση απ’ το Αιώνιο. Το να θέλουμε να εξομοιωθούμε με το Θεό είναι η μέγιστη βλασφημία για τη χριστιανική μεταφυσική. Και είναι άλλο πράγμα να επιθυμούμε να μοιάσουμε με το Θεό κι άλλο να του μοιάσουμε τελικά. Η επιθυμία δηλώνει απλώς μια “κίνηση προς” (τον Θεό στην προκειμένη περίπτωση) που δεν τελειώνει ποτέ. Η οργή του Νίτσε (και του Καζαντζάκη) κατά του χριστιανισμού έχει τη ρίζα-της σε τούτο τον αποκλεισμό του ανθρώπου απ’ τη δυνατότητα να γίνει Θεός ο ίδιος. (Ο Ζαρατούστρα υποδεικνύει ένα πρότυπο). Κι αφού ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να παραμείνει άνθρωπος, θα παραμείνει επίσης και βλαξ, κατά το πλείστον.
Δεν είναι σωστό πως στις απόψεις του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, του Νίτσε, του Χέγκελ κι όλων των άλλων μεγάλων στοχαστών που πιστεύουν στην ιστορική και κοινωνική αξία των “ελίτ”, υπάρχει μια κάποια δόση φασισμού, όπως θα λέγαμε με σύγχρονη ορολογία. Γιατί ο φασισμός πιστεύει μεν φανατικά στην αξία και τη σημασία μιας ελίτ αλλά, προσοχή, μιας ελίτ βιολογικά καθορισμένης. Αντίθετα, ο χριστιανισμός εξαφάνισε ριζικά την έννοια του βιολογικά και πνευματικά προνομιούχου και δημιούργησε, έτσι, τις προϋποθέσεις για την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας. (Είναι άλλο ζήτημα ο εκκλησιαστικός ελιτισμός, που επανέφερε η χριστιανική εκκλησία).
Το ίδιο και ο μαρξισμός, δε δίνει ιδιαίτερη σημασία στη βιολογική και πνευματική ελίτ, δηλαδή τους βιολογικά και πνευματικά προνομιούχους. Και πολύ σωστά, γιατί ο δυνατός και υγιής μπορεί να πλεονεκτεί του αδύνατου και ασθενούς, το ίδιο ο έξυπνος του βλάκα. Όμως αυτό δε σημαίνει πως η κοινωνία πρέπει να εκχωρήσει ασυζητητί την εξουσία στους δυνατούς και τους έξυπνους. Άλλωστε, η χωρίς ήθος δύναμη και εξυπνάδα είναι ιδιότητες άκρως επικίνδυνες για την ανθρωπότητα. Ο “καθεαυτόν δυνατός” δεν είναι παρά ένα ζώο, και ο “καθεαυτόν έξυπνος” δεν είναι παρά ένας κομπιούτερ.

Παρόλα τούτα, το μεγάλο πρόβλημα της βλακείας παραμένει άλυτο. Κι όμως, κανείς έξυπνος δημοκράτης δε θα ήταν διατεθειμένος να ευνουχήσει αυτούς που καθ” οιονδήποτε τρόπο δεν ευνόησε η φύση, αν μη τι άλλο σοβαρότερο, για τον απλό λόγο πως δε φταιν οι ίδιοι για ό,τι είναι, ούτε η κοινωνία στην περίπτωση που εξάντλησε όλες τις δυνατότητες για μια μάξιμουμ βελτίωση της κατάστασής-τους δια της παιδείας.
Ωστόσο, μπαίνει ένα πρόβλημα απ’ τη μεριά των βλακών, που ποτέ δε φημίστηκαν για τα δημοκρατικά-τους αισθήματα. Έχοντας πλήρη άγνοια των δυνατοτήτων-τους πιστεύουν πως είναι ικανοί, για τα πάντα. Συχνά ακούει κανείς να εκφράζουν οι ηλίθιοι την επιθυμία-τους “να κυβερνήσουν την Ελλάδα, έστω και για μια μέρα” για να λύσουν μέσα σ’ αυτή τη μέρα όλα τα χρόνια προβλήματα της χώρας. Άλλοι, πάλι, φαντάζονται τον εαυτό-τους Υπουργό σώνει και καλά,σε Υπουργείο της αρεσκείας-τους. Δεν πρόκειται, εδώ, για μια επιθυμία συμμετοχής στην εξουσία μαζί μ’ όλους τους άλλους. Δηλαδή δεν έχουμε να κάνουμε, σ’ αυτή τη βλακώδη διατύπωση της εξουσιαστικής επιθυμίας, με τον πόθο για τη “λαϊκή δημοκρατία”. Απλούστατα, ο βλαξ εκφράζει την επιθυμία-του να γίνει δικτάτορας, έστω και για μια μέρα, για να μπορέσει να καταπιέσει δια της βλακείας τους πάντες, έξυπνους και βλάκες.
Ο βλάκας αποκλείεται να είναι σωστός και ειλικρινής δημοκράτης. Γιατί, παρά τη βλακεία-του καταλαβαίνει πως η Δημοκρατία δεν τον ευνοεί: Η Δημοκρατία δίνει σ” όλους τη δυνατότητα να φανερώσουν τις ικανότητές-τους, κι ο βλάκας δεν τόχει σκοπό να δηλωθεί ως τέτοιος. Βλάκας είναι, να διακηρύξει πως είναι βλάκας; Οφείλει λοιπόν να κρύψει την νοητική-του ανεπάρκεια είτε μέσα στη σιωπή, είτε μέσα στην κενόλογη φλυαρία, είτε μέσα στην επιθετικότητα. Ο ναζισμός καλλιέργησε με επιτυχία τα παραπάνω τρία εναλλακτικά ή ενυπάρχοντα γνωρίσματα της βλακείας: Υποχρέωσε τους υπηκόους-του σε σιωπή για τα σημαντικά πράγματα τούτου του κόσμου, ενθάρυνε τον κενό σκέψης βερμπαλισμό και πρόσφερε σπάνιες ευκαιρίες για την καλλιέργεια της επιθετικότητας με την εγκαθίδρυση της “δικτατορίας των ηλιθίων” στη γειτονιά, στο εργοστάσιο, στο στρατό, στα στρατόπεδα. Επιτέλους, η βλακεία αναριχήθηκε στην εξουσία, και μάλιστα πατώντας σε μια βάση “λαϊκή”. (Οι ηγέτες, πάντως, του ναζισμού δεν ήταν βλάκες. Ήταν κακοήθεις βάρβαροι και ψυχικά στρεβλομένοι).

Οι βλάκες, λοιπόν, αρέσκονται στο να ασκούν εξουσία, προκειμένου να αντισταθμίσουν τις ελλείπουσες πραγματικές-τους ικανότητες, και να αισθάνονται έτσι λιγότερο απειλημένοι. Δεν είναι καθόλου παράδοξο, συνεπώς, που φτάνουν μέχρι τα ανώτατα κυβερνητικά και διοικητικά αξιώματα. Δεν είναι λίγοι οι κρετίνοι Υπουργοί, Διευθυντές Υπουργείων, κλπ, κλπ. Η λεγόμενη “αλαζονεία της εξουσίας” δεν είναι τίποτα περισσότερο απ’ την ιδιάζουσα αλαζονεία του ηλιθίου που περνιέται για έξυπνος, και συνεπώς δεν έχει καμιά συνείδηση του γεγονότος πως το πόστο-του δεν του δόθηκε για να υπηρετήσει τον εαυτό-του αλλά το κοινωνικό σύνολο. Στην περίπτωση της “αστικής δικτατορίας”, δηλαδή της φασιστικής δικτατορίας, τα πράγματα είναι σαφή και καθαρά: Δεν είναι ανάγκη να είσαι ούτε ικανός ούτε έξυπνος για να πάρεις ένα κυβερνητικό ή διοικητικό πόστο σ” αυτήν. Η παπαδοπουλική και ιωαννηδική δικτατορία ήταν μια υποδειγματική σύναξη ηλιθίων, που βάλθηκαν να μας “σώσουν” δια της ηλιθιότητος, τουτέστιν με την αποβλάκωση.
Στην περίπτωση της αστικής δημοκρατίας, τώρα, τα πράγματα εμφανίζονται πιο μπερδεμένα και συγχισμένα: Ο κυβερνητικός ή διοικητικός “δημοκρατικός” παράγων πιστεύει ειλικρινά πως είναι ένας ευφυής άνθρωπος, και συχνά είναι, που προσφέρει χρήσιμο κοινωνικά έργο. Αλλά τούτη την κοινωνική-του χρησιμότητα προσπαθεί με κάθε τρόπο, έντιμο και ανέντιμο, να τη συνδυάσει κουτοπόνηρα με το προσωπικό-του όφελος. Το ρουσφέτι, για παράδειγμα, που είναι ένα απ’ τα βασικά γνωρίσματα μιας υποανάπτυκτης αστικής δημοκρατίας, είναι κοινωνικά χρήσιμο αφού κάποιους ευεργετεί. Ο ρουσφετολόγος αστός πολιτικός έχει κάθε λόγο να κάνει ρουσφέτι σε όσο το δυνατόν περισσότερους, κι απ’ αυτή την άποψη τείνει να ξεφύγει απ” το στενό κύκλο των κουμπάρων και να ξανοιχτεί στην κοινωνία στο σύνολό-της. Αυτό όμως είναι αδύνατο για λόγους αντικειμενικούς: Δεν μπορείς, ας πούμε, να βαφτίσεις όλα τα παιδιά, όλων των Ελλήνων, ούτε να διορίσεις στο δημόσιο όλους τους άνεργους. Σε μια τέτοια περίπτωση το ρουσφέτι καταργείται δια της υπεργενίκευσης της ρουσφετολογίας. Αφού ο ρουσφετολόγος ξέρει πως είναι αδύνατο να “κοινωνικοποιήσει” το ρουσφέτι, το χρησιμοποιεί κυρίως προς ίδιον όφελος: Ευεργετώντας ευεργετείται, δηλαδή επανεκλέγεται για να μπορέσει έτσι να διαιωνίσει τον φαύλο κύκλο της φαυλότητας. Συνεπώς τούτος ο πονηρός, αν όχι και ηλίθιος αστός πολιτικάντης, λέει ψέματα όταν ισχυρίζεται πως διεκδικεί την εξουσία για να “υπηρετήσει την κοινωνία”. Τον εαυτό-του πάει να υπηρετήσει και τίποτα περισσότερο. Βέβαια, παρεμπιπτώντως υπηρετεί και τους άλλους, θέλει δε θέλει, αφού ασκεί δημόσιο λειτούργημα, αλλά η αρχική-του εξουσιαστική πρόθεση δεν είναι αυτή. Η αρχική-του εξουσιαστική πρόθεση εξομοιώνεται μ’ εκείνην του ηλιθίου που θα ήθελε “να κυβερνήσει την Ελλάδα έστω και για μια μέρα”. Μόνο που ο αστός πολιτικάντης δεν την κυβερνάει για μια μέρα, αλλά στο διηνεκές.

Η Δημοκρατία, η γνήσια Δημοκρατία όπου οι άξιοι δε θα είναι μόνο αιρετοί αλλά και ανά πάσα στιγμή ανακλητοί, δε συμφέρει στους δόλιους, τους πονηρούς και τους ηλιθίους. Αντίθετα, η γενικευμένη βλακεία και κακοήθεια δημιουργεί το πρόσφορο κλίμα για την “ευημερία” της αστικής δημοκρατίας. Γιατί υποθάλπτει τη μετριότητα, την ασημαντότητα και πάρα πολύ συχνά την ηλιθιότητα, δυναμιτίζοντας έτσι τα θεμέλια της Δημοκρατίας, που είναι το καθεστώς στο οποίο καμιά πραγματική ανθρώπινη ικανότητα δεν πάει χαμένη.

Advertisements
This entry was posted in ΠΟΛΙΤΙΚΗ and tagged . Bookmark the permalink.

Γράψτε ένα σχόλιο.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s