Ιερείς και Προφήτες!

Έριχ Φρομ

Έριχ Φρομ

Έριχ Φρομ, Πειθαρχία και Ελευθερία [Δοκίμια] (εκδοτικό Γλάρος, 1983, μετάφραση Μαρίνας Λώμη-Αιμιλίας Μανούση, σελίδες 56-75).

Μπορούμε νά πούμε χωρίς υπερβολή ότι ποτέ η γνώση των μεγάλων ιδεών πού παρήγαγε τό ανθρώπινο είδος δε γνώρισε τόσο πλατιά διάδοση στον κόσμο όσο σήμερα καί ότι ποτέ οί ιδέες αυτές δέν ήταν τόσο λίγο αποτελεσματικές όσο σήμερα. Οί ιδέες τού Πλάτωνα καί τού Αριστοτέλη, τών προφητών καί τού Χριστού, τού Σπινόζα καί τού Κάντ είναι γνωστές σέ εκατομμύρια ανθρώπους μεταξύ τών μορφωμένων τάξεων της Ευρώπης καί τής Αμερικής. Διδάσκονται σέ χιλιάδες ιδρύματα ανώτερης εκπαίδευσης καί ορισμένες άπ’ αυτές κηρύσσονται στίς εκκλησίες τών διαφόρων δογμάτων, παντού. Καί όλα αυτά μέσα σ’ ένα κόσμο πού ακολουθεί τίς αρχές ενός αχαλίνωτου εγωισμού, πού γεννάει υστερικούς εθνικισμούς καί πού προετοιμάζεται γιά μιά ακαταλόγιστη μαζική σφαγή. Πώς νά εξηγήσει κανείς αυτό τό χάσμα;
Οί ιδέες δέν επηρεάζουν βαθιά τόν άνθρωπο όταν διδάσκονται μόνο σάν ιδέες καί σκέψεις. Συνήθως, όταν παρουσιάζονται μ’ ένα τέτοιο τρόπο αντικαθιστούν κάποιες άλλες ιδέες· νέες σκέψεις παίρνουν τή θέση τών παλιών σκέψεων, νέες λέξεις παίρνουν τή θέση τών παλιών λέξεων. Ετσι, όμως, τό μόνο πού έχει συμβεί είναι μιά αλλαγή όρων καί λέξεων. Γιατί θά ‘πρεπε νά είναι διαφορετικά τά πράγματα; Είναι τρομερά δύσκολο γιά έναν άνθρωπο νά αγγιχτεί βαθιά άπό τίς ίδεές καί νά συλλάβει την αλήθεια. Γιά νά τό καταφέρει αυτό, πρέπει νά ξεπεράσει τή βαθιά ριζωμένη αντίσταση τής αδράνειας, τό φόβο του μήπως κάνει λάθος ή μήπως ξεκόψει άπό τό κοπάδι. Τό νά έρθει κανείς σ’ επαφή με τίς ιδέες δέν φτάνει, ακόμα κι αν οί ιδέες αυτές είναι άπό μόνες τους σωστές ή δραστικές. Οί ιδέες όμως επιδρούν πάνω στους ανθρώπους άν βιώνονται άπ’ αυτούς πού τίς διδάσκουν, άν προσωποποιούνται άπό τό δάσκαλο, άν εγγράφονται στη σάρκα του. «Όταν ένας άνθρωπος εκφράζει τήν ιδέα τής ταπεινοσύνης κι είναι ό ίδιος ταπεινός, όσοι θά τόν ακούσουν θά καταλάβουν τί είναι ή ταπεινοσύνη. Όχι μόνο θά καταλάβουν, αλλά θά πιστέψουν ότι μιλάει γιά μιά πραγματικότητα καί δε λέει απλώς λόγια. Τό ίδιο ισχύει γιά όλες τίς ιδέες πού προσπαθεί νά μεταδώσει ένας άνθρωπος, ένας φιλόσοφος ή ένας θρησκευτικός διδάσκαλος. Αυτούς πού υποστηρίζουν ιδέες – όχι απαραίτητα καινούριες – καί ταυτόχρονα τίς ζουν, μπορούμε νά τους ονομάσουμε προφήτες. Αυτό ακριβώς έκαναν καί οί προφήτες τής Παλαιάς Διαθήκης: υποστήριζαν τήν ιδέα ότι ό άνθρωπος έπρεπε νά βρει μιά απάντηση στην ύπαρξη του καί ότι η απάντηση αυτή ήταν η ανάπτυξη τής λογικής του, τής αγάπης του· καί δίδασκαν ότι η ταπεινοσύνη κι η δικαιοσύνη ήταν άξεχώριστα δεμένες με τήν αγάπη καί τή λογική. Αυτό πού κήρυτταν τό ζούσαν. Δέν επεδίωκαν τήν εξουσία μά, αντίθετα, τήν απέφευγαν. Ούτε κάν τήν εξουσία τού προφήτη δέν ήθελαν. Δέν εντυπωσιάζονταν μπροστά στους ισχυρούς τής γης καί μιλούσαν τήν αλήθεια ακόμα κι άν αυτό τους οδηγούσε στή φυλακή, τήν εξορία ή τό θάνατο. Δέν ήταν άνθρωποι πού στάθηκαν παράμερα καί περίμεναν νά δουν τί θά γίνει. Ανταποκρίνονταν στους συνανθρώπους τους γιατί ένιωθαν υπεύθυνοι. Ο,τι συνέβαινε στους άλλους ήταν σάν νά συνέβαινε σ’ αυτούς. Η ανθρωπότητα δέν ήταν έξω, άλλα μέσα τους. Επειδή ακριβώς έβλεπαν τήν αλήθεια, αισθάνονταν υποχρεούμενοι νά τήν πουν δέν απειλούσαν άλλα έδειχναν τό δίλημμα πού είχε μπροστά του ό άνθρωπος. Ό προφήτης δέν επιθυμεί νά γίνει προφήτης στην πραγματικότητα, μόνον οί ψευδοπροφήτες έχουν μιά τέτοια φιλοδοξία. Ό προφήτης γίνεται προφήτης μέ πολύ απλό τρόπο, γιατί καί οί πιθανές εξελίξεις πού όραματίζεται είναι κι αυτές απλές. Ό προφήτης Άμώς εξέφρασε πολύ εύστοχα αύτη τήν ιδέα: «λέων έρεύξεται, καί τις ού φοβηθήσεται; Κύριος ό Θεός έλάλησε, καί τις ού προφητεύσει;». Η φράση «Κύριος ό Θεός έλάλησε» σημαίνει εδώ απλώς ότι η εκλογή έχει γίνει σαφής. Δέν μπορεί πιά νά υπάρξει καμιά αμφιβολία. Δεν μπορεί νά υπάρξει καμιά φυγή. Γι’ αυτό κι ό άνθρωπος πού νιώθει υπεύθυνος, δέν έχει άλλη εκλογή άπ’ τό νά γίνει προφήτης, ακόμα κι άν μέχρι τότε έβοσκε τά πρόβατα του, καλλιεργούσε τόν κήπο του ή ανέπτυσσε καί δίδασκε ιδέες. Είναι καθήκον του προφήτη νά δείξει τήν πραγματικότητα, νά δείξει τίς πιθανές εξελίξεις καί νά διαμαρτυρηθεί- είναι καθήκον του νά φωνάξει δυνατά, νά ξυπνήσει τόν άνθρωπο από τό συνηθισμένο του ύπνο. Η ιστορική κατάσταση είναι αυτή πού κάνει τους προφήτες κι όχι ή επιθυμία κάποιων ανθρώπων νά γίνουν προφήτες.
Πολλά έθνη είχαν τους προφήτες τους. Ό Βούδας έζησε τά διδάγματα του. Ό Χριστός έγινε άνθρωπος. Ό Σωκράτης πέθανε σύμφωνα μέ τίς ιδέες του, ό Σπινόζα έζησε σύμφωνα μ’ αυτές. Καί όλοι αυτοί οι άνθρωποι άφησαν ένα βαθύ άχνάρι στην ανθρώπινη ψυχή, ακριβώς επειδή η ιδέα τους υλοποιήθηκε στή σάρκα τους.
Οι προφήτες εμφανίζονται κατά διαστήματα μόνο, στην ιστορία τής ανθρωπότητας. Πεθαίνουν καί μας αφήνουν τό μήνυμα τους. Τό μήνυμα αυτό γίνεται δεχτό άπό εκατομμύρια ανθρώπων, τό καταλαβαίνουν. Αυτός είναι κι ό λόγος πού η ιδέα αυτή γίνεται εκμεταλλεύσιμη γι’ αυτούς πού θέλουν νά χρησιμοποιήσουν τήν αποδοχή της άπό τους ανθρώπους, γιά τό δικό τους συμφέρον – γι’ αυτούς πού κυβερνούν καί ελέγχουν.  Άς ονομάσουμε ιερείς τους ανθρώπους πού κάνουν χρήση τής ιδέας τού προφήτη. Ό προφήτης ζει τήν ιδέα του. Οί ιερείς τήν κηρύσσουν στους ανθρώπους. Έτσι η ιδέα χάνει τη ζωντάνια της. Γίνεται μιά φόρμουλα. Οί ιερείς δηλώνουν πώς έχει μεγάλη σημασία τό πώς θά διατυπωθεί η ιδέα· φυσικά, η διατύπωση γίνεται πάντα σημαντική μόνο αφού τό βίωμα είναι νεκρό. Πώς αλλιώς θά μπορούσε κανείς νά κυβερνά τους ανθρώπους ελέγχοντας τίς σκέψεις τους, άν δέν υπήρχε η «ορθή» διατύπωση; Οί ιερείς χρησιμοποιούν τήν ιδέα γιά νά όργανώσουνε τους ανθρώπους, γιά νά τους κατευθύνουν ελέγχοντας τή σωστή διατύπωση τής ιδέας κι όταν πιά καταφέρουν ν’ απονεκρώσουν αρκετά τόν άνθρωπο, δηλώνουν πώς ό άνθρωπος είναι ανίκανος νά ξυπνήσει καί νά διευθύνει μόνος τή ζωή του καί πώς αυτοί, οί ιερείς, ενεργούν άπό καθήκον ή καί άπό συμπόνια όταν αναγκάζονται νά καθοδηγήσουν ανθρώπους πού, όταν τους αφήσεις μόνους τους, φοβούνται τήν ελευθερία. Είναι αλήθεια πώς δέν έχουν φερθεί έτσι όλοι οί ιερείς, μά αυτό έχει συμβεί μέ τους περισσότερους καί ιδιαίτερα μ’ εκείνους πού χειρίζονται τήν εξουσία.
Οί ιερείς δέ βρίσκονται μόνο στό χώρο τής θρησκείας. Υπάρχουν ιερείς στή φιλοσοφία κι ιερείς στην πολιτική. Κάθε φιλοσοφική σχολή έχει τους ιερείς της. Συχνά είναι πολύ μορφωμένοι· η δουλειά τους είναι νά κηρύξουν τήν ιδέα τού αρχικού στοχαστή, νά τή μεταδώσουν, νά τήν ερμηνεύσουν, νά τήν κάνουν αντικείμενο μουσείου κι έτσι νά τήν προφυλάξουν. Μετά έχουμε τους ιερείς τής πολιτικής. Έχουμε δεί πολλούς άπό δαύτους τά τελευταία 150 χρόνια. Αυτοί είναι πού κήρυξαν τήν ιδέα τής ελευθερίας γιά νά προστατέψουν τά οικονομικά συμφέροντα τής κοινωνικής τους τάξης. Στον εικοστό αιώνα οί ιερείς ανέλαβαν τή διάδοση τών ιδεών του σοσιαλισμού. Ενώ η ιδέα τού σοσιαλισμού στόχευε στην απελευθέρωση καί τήν ανεξαρτητοποίηση τού ανθρώπου  οί ιερείς δήλωσαν μέ τόν ένα ή τόν άλλο τρόπο πώς ό άνθρωπος δέν ήταν ικανός νά είναι ελεύθερος ή τουλάχιστον πώς δέν θά ήταν γιά ένα μεγάλο διάστημα. Μέχρι νά ‘ρθεί αυτό τό πλήρωμα τού χρόνου, ήταν υποχρεωμένοι νά αναλάβουν αυτοί τά πράγματα καί ν’ αποφασίσουν πώς έπρεπε νά διατυπωθεί ή ιδέα καί ποιος ήταν ειλικρινής πιστός καί ποιος δέν ήταν. Οί ιερείς συνήθως παραπλανούν καί μπερδεύουν τό λαό γιατί ισχυρίζονται πώς είναι οί κληρονόμοι τού προφήτη καί πώς ζουν αυτό πού κηρύσσουν. Καί παρά τό γεγονός ότι κι ένα παιδί ακόμα μπορεί νά δεί πώς ζουν τό αντίθετο ακριβώς άπ’ αυτό πού υποστηρίζουν, η μεγάλη μάζα τού κόσμου αντιδρά θετικά σ’ αυτή τήν πλύση εγκεφάλου καί φτάνουν τελικά νά πιστεύουν πώς άν οί ιερείς ζουν μέσα στά πλούτη, τό κάνουν άπό αίσθημα θυσίας, γιατί είναι υποχρεωμένοι νά εκπροσωπήσουν τή μεγάλη ιδέα· ή πώς όταν σκοτώνουν ανενδοίαστα, τό κάνουν από επαναστατικό μένος.
Καμιά ιστορική κατάσταση δέν είναι τόσο πρόσφορη στην εμφάνιση προφητών άπ’ όσο η δική μας. Η ίδια η ύπαρξη ολόκληρου του ανθρώπινου είδους απειλείται από την παραφροσύνη τής προπαρασκευής ενός ατομικού πολέμου. Η έθελοτυφλία μας καί μιά νοοτροπία λίθινης εποχής μάς έφτασαν σ’ έναν σημείο όπου τό ανθρώπινο είδος φαίνεται νά κινείται γοργά προς τό τραγικό τέλος τής ιστορίας του, τή στιγμή ακριβώς πού βρίσκεται κοντά στό πιό μεγάλο του επίτευγμα. Τώρα η ανθρωπότητα χρειάζεται προφήτες, αν κι είναι αμφίβολο κατά πόσον οι φωνές τους θά καταφέρουν νά ακουστούν πάνω άπ’ τίς φωνές τών ιερέων.
Ανάμεσα στους λίγους εκείνους πού οί ιδέες τους υλοποιήθηκαν στό σώμα τους, καί πού η ιστορική κατάσταση τού ανθρώπινου είδους τους μετέβαλε από δασκάλους σέ προφήτες, είναι ό Μπέρτραντ Ράσελ. Συμβαίνει νά είναι ένας μεγάλος στοχαστής, αυτό όμως δέν παίζει ουσιαστικό ρόλο στό γεγονός ότι έγινε προφήτης.  Ό Μπέρτραντ Ράσελ, μαζί μέ τόν Αϊνστάιν καί τόν Σβάιτσερ, εκπροσωπεί την απάντηση τής Δυτικής ανθρωπότητας στην απειλή ενάντια στην ύπαρξη της· κι αυτό γιατί οί τρεις αυτοί άνθρωποι μίλησαν, προειδοποίησαν, καί έδειξαν τους κινδύνους καί τίς έναλλαχτικές λύσεις. Ό Σβάιτσερ βίωσε τήν ιδέα του Χριστιανισμού δουλεύοντας στή Λαμπαρενέ. Ό Αϊνστάιν βίωσε τήν ιδέα τής λογικής καί τού ανθρωπισμού, αρνούμενος νά σμίξει τή φωνή του μέ τίς υστερικές φωνές τού εθνικισμού τής Γερμανικής ίντελλιγκέντσια τό 1914 καί πολλές άλλες φορές κατοπινά. Ό Μπέρτραντ Ράσελ διατύπωνε γιά πολλές δεκαετίες τίς ιδέες του πάνω στή λογικότητα καί τόν ανθρωπισμό, μέσα στά βιβλία του· τά τελευταία χρόνια όμως βγήκε στους δρόμους γιά νά δείξει σ’ όλο τόν κόσμο πώς όταν οί νόμοι τής χώρας αντιβαίνουν στους νόμους τής πραγματικότητας, ό σωστός άνθρωπος οφείλει νά διαλέξει τους νόμους τής ανθρωπότητας.
Ό Μπέρτραντ Ράσελ αναγνώρισε πώς η ιδέα, ακόμα κι όταν υλοποιείται άπό ένα άτομο, αποχτά κοινωνικό βάρος μόνον όταν ενσαρκώνεται σέ μιά ομάδα. Όταν ό Αβραάμ συζήτησε μέ τό Θεό γιά τή μοίρα τών Σοδόμων καί αμφισβήτησε τή θεϊκή δικαιοσύνη, ζήτησε νά μήν καταστρέψει τά Σόδομα άν υπήρχαν εκεί έστω καί δέκα δίκαιοι άνθρωποι, αλλά όχι λιγότεροι. Αν υπήρχαν λιγότεροι άπό δέκα, δηλαδή άν δέν υπήρχε έστω καί μιά μικρή ομάδα πού νά ενσαρκώνει τήν ιδέα τής δικαιοσύνης, ούτε ό Αβραάμ δέν μπορούσε νά ζητήσει νά σωθεί η πόλη. Ό Μπέρτραντ Ράσελ προσπαθεί νά αποδείξει πώς υπάρχουν οί δέκα πού μπορούν νά σώσουν τήν πόλη. Γι’ αυτό τό λόγο οργάνωσε ανθρώπους, έκανε πορεία μαζί τους, κάθισε μαζί τους σέ παθητική διαμαρτυρία κι άφησε νά τόν πάρουν μαζί τους στις αστυνομικές κλούβες. Οσο κι άν η φωνή του είναι «φωνή έν τή έρήμω», δέν είναι φωνή μοναχική. Είναι ό κορυφαίος ενός χορού. Τώρα, τό άν είναι ό χορός μιας αρχαίας τραγωδίας ή τής Ένατης τού Μπετόβεν, μόνο η ιστορία τών επόμενων χρόνων θά μάς τό δείξει.
Ανάμεσα στίς ιδέες πού ενσαρκώνει στή ζωή του ό Μπέρτραντ Ράσελ, η πρώτη ίσως πού πρέπει ν’ αναφέρουμε είναι τό ανθρώπινο δικαίωμα αλλά καί καθήκον τής ανυπακοής.
Μέ τή λέξη αυτή δέν εννοώ τήν ανυπακοή τού «επαναστάτη χωρίς αιτία» πού δείχνει ανυπακοή επειδή δέν έχει άλλο λόγο ύπαρξης άπό τό νά λέει «όχι». Αυτό τό είδος τής αρνητικής ανυπακοής είναι τόσο τυφλό καί αναποτελεσματικό, όσο καί τό αντίθετο της, η κονφορμιστική υπακοή πού είναι ανίκανη νά πει «όχι». Έγώ μιλάω γιά τόν άνθρωπο πού μπορεί νά πει «όχι» γιατί μπορεί νά πει «ναί», πού μπορεί νά είναι ανυπάκουος ακριβώς επειδή υπακούει στή συνείδηση του καί στίς αρχές πού έχει διαλέξει. Μιλάω γιά τόν επαναστάτη, κι όχι γιά τόν αντάρτη.
Στά περισσότερα κοινωνικά συστήματα ή υπακοή είναι ή υπέρτατη αρετή κι ή ανυπακοή θανάσιμο αμάρτημα. Καί πραγματικά, στον πολιτισμό μας, όταν ό περισσότερος κόσμος αισθάνεται «ένοχος», απλώς φοβάται επειδή έδειξε ανυπακοή. Τό πρόβλημα τους δέν είναι ηθικό όπως πιστεύουν, αλλά ανησυχούν επειδή δέν υπάκουσαν σέ κάποιες εντολές. Δέν είναι περίεργο αυτό- στό κάτω κάτω, η χριστιανική διδασκαλία ερμήνευσε τήν ανυπακοή τού Αδάμ σάν τήν πράξη πού καταδίκασε τόσο θεμελιακά τόν ίδιο καί τους απογόνους του, πού μόνο η ειδική μεσολάβηση της χάρης του Θεού μπορούσε νά σώσει τόν άνθρωπο από την καταδίκη αυτή.  Η ιδέα αυτή ήταν βέβαια σύμφωνη με τήν κοινωνική λειτουργία τής Εκκλησίας, πού υποστήριζε τή δύναμη των ισχυρών διδάσκοντας πώς ή  ανυπακοή είναι αμάρτημα.  Μόνο οι άνθρωποι πού έπαιρναν στά σοβαρά τά βιβλικά διδάγματα τής ταπεινοσύνης, τής άδερφικής αγάπης καί τής δικαιοσύνης ξεσηκώνονταν ενάντια στην κοσμική εξουσία μέ αποτέλεσμα νά τους χαρακτηρίζει τίς περισσότερες φορές η Εκκλησία σάν επαναστάτες καί αμαρτωλούς ενάντια στό Θεό. Η κύρια γραμμή του Προτεσταντισμού δέν άλλαξε τίποτε σ’ αυτό. Αντίθετα, μάλιστα, ενώ η καθολική Εκκλησία κράτησε ζωντανή τή συναίσθηση τής διάκρισης ανάμεσα  στην κοσμική  καί τήν πνευματική εξουσία,  οί  Διαμαρτυρόμενοι συμμάχησαν μέ τήν κοσμική εξουσία. Ό Λούθηρος διατύπωνε απλώς τήν πρώτη καί πιό δραστική έκφραση αυτής τής τάσης, όταν έγραφε γιά τους ξεσηκωμένους Γερμανούς αγρότες του δέκατου έκτου αιώνα: «Γι’ αυτό, όποιος άπό μάς μπορεί νά χτυπήσει, νά σφάξει, νά καρφώσει, κρυφά ή ανοιχτά, πρέπει νά θυμάται πώς τίποτε δέν είναι πιό φαρμακερό, βλαβερό καί σατανικό άπό έναν επαναστάτη».
Παρά τήν κατάργηση τής θρησκευτικής τρομοκρατίας, τά αυταρχικά πολιτικά συστήματα συνέχισαν νά κάνουν τήν υπακοή ακρογωνιαίο λίθο τής ύπαρξης τους. Οι μεγάλες επαναστάσεις του δέκατου έβδομου καί δέκατου όγδοου αιώνα, πολέμησαν ενάντια στή βασιλική εξουσία, σύντομα όμως ό άνθρωπος απαίτησε ξανά τήν υπακοή στους εξουσιαστές πού διαδέχτηκαν τους βασιλιάδες,  όποιοι κι άν ήταν αυτοί. Σέ ποιών τά χέρια βρίσκεται η εξουσία σήμερα; Στίς απολυταρχικές χώρες έχουμε τή φανερή εξουσία τού κράτους, πού υποστηρίζεται άπό τήν ενίσχυση του σεβασμού απέναντι στην εξουσία, στην οικογένεια καί στό σχολείο. Οί Δυτικές δημοκρατίες, αντίθετα, περηφανεύονται πώς ξεπέρασαν τόν αυταρχισμό του δέκατου ένατου αιώνα. Είναι έτσι όμως – ή μήπως έχει αλλάξει απλώς ό χαρακτήρας τής αυταρχικής εξουσίας.
Ό αιώνας μας είναι ό αιώνας τής ιεραρχικά οργανωμένης γραφειοκρατίας στή δημόσια διοίκηση, στίς επιχειρήσεις, στά εργατικά συνδικάτα. Αυτές οί γραφειοκρατίες διοικούν τά πράγματα καί τους ανθρώπους μαζί. Ακολουθούν ορισμένες αρχές, ιδιαίτερα τήν οικονομική αρχή τών ισολογισμών, τής ποσοτικοποίησης, τής μέγιστης αποτελεσματικότητας καί τού κέρδους καί λειτουργούν βασικά όπως θά λειτουργούσε ένας ηλεκτρονικός εγκέφαλος προγραμματισμένος μ’ αυτές τίς αρχές. Τό άτομο γίνεται ένας αριθμός, μεταβάλλεται σέ πράγμα. Επειδή όμως δέν υπάρχει καμιά φανερή εξουσία, επειδή κανείς δέν τόν «αναγκάζει» νά υπακούσει, τρέφει τήν ψευδαίσθηση πώς ενεργεί μέ τή θέληση του καί πώς ακολουθεί μιά «λογική» εξουσία. Ποιος μπορεί νά μήν υπακούσει τό «λογικό»; Ποιος μπορεί νά μήν υπακούσει στή γραφειοκρατεία τών κομπιούτερ; Ποιος μπορεί νά μήν υπακούσει όταν δέν παίρνει κάν είδηση πώς υπακούει; Τό ίδιο πράγμα συμβαίνει καί στην οικογένεια καί στην εκπαίδευση. Η διαστρέβλωση τών θεωριών τής προοδευτικής αγωγής οδήγησαν σέ μιά μέθοδο όπου κανείς δέ λέει στό παιδί τί πρέπει νά κάνει, κανείς δέν του δίνει διαταγές, ούτε τό τιμωρεί άν δέν τίς εκτελέσει. Τό παιδί αφήνεται απλώς «νά εκφραστεί». Αλλά άπό τήν πρώτη κιόλας μέρα τής ζωής του, τό τροφοδοτούμε μ’ έναν ακατανίκητο σεβασμό στην ομοιομορφία, μέ τό φόβο τής «διαφορετικότητας», μέ τό φόβο απέναντι στό ξεστράτισμα άπό τό κοπάδι. «Ετσι, ό «άνθρωπος τής οργάνωσης» διαπαιδαγωγείται στό σπίτι καί στό σχολείο καί ολοκληρώνοντας τήν εκπαίδευση του στή μεγάλη οργάνωση, έχει απόψεις άλλα όχι πεποιθήσεις· διασκεδάζει μά δέν είναι ευτυχισμένος· είναι συχνά πρόθυμος νά θυσιάσει τή ζωή του καί τή ζωή τών παιδιών του εθελοντικά, υπακούοντας σέ απρόσωπες καί ανώνυμες δυνάμεις. Ακούει ατάραχος τόν υπολογισμό τών θανάτων πού συνηθίζεται τόσο πολύ τώρα όταν γίνεται λόγος γιά θερμοπυρηνικό πόλεμο: θά χαθεί ό μισός πληθυσμός τής χώρας; «Δεχτό». Τά δυό τρίτα; «Ίσως παραπάει»
Τό θέμα τής ανυπακοής έχει ζωτική σημασία σήμερα. Ένώ κατά τή Βίβλο, η ανθρώπινη ιστορία άρχισε μέ μιά πράξη ανυπακοής – του Αδάμ καί τής Εύας – καί ένώ σύμφωνα μέ τήν αρχαία Ελληνική μυθολογία ό πολιτισμός άρχισε μέ τήν πράξη ανυπακοής του Προμηθέα, είναι πολύ πιθανό πώς η ανθρώπινη ιστορία θά τελειώσει με μιά πράξη υπακοής, της υπακοής στους φορείς τής εξουσίας πού κι αυτοί υπακούουν στά αρχαϊκά φετίχ της «Κρατικής κυριαρχίας», τής «εθνικής τιμής», τής «πολεμικής νίκης» καί πού θά δώσουν τή διαταγή νά πατήσουν τό μοιραίο κουμπί σ’ εκείνους πού υπακούουν στους ίδιους καί τά φετίχ τους.
Γι’ αυτούς τους λόγους η ανυπακοή, με τήν έννοια πού τή χρησιμοποιούμε εδώ, είναι μιά πράξη επιβεβαίωσης τής λογικής καί τής θέλησης. Δέν είναι βασικά μιά στάση πού στρέφεται ενάντια σέ κάτι, αλλά γιά κάτι: γιά τή δυνατότητα του άνθρωπου νά δει, νά πει αυτό πού βλέπει καί νά αρνηθεί νά πει αυτό πού δέν βλέπει. Γιά τήν ανυπακοή αυτή δέ χρειάζεται κανείς νά είναι επιθετικός ή επαναστατικός· χρειάζεται νά έχει τά μάτια του ανοιχτά, νά είναι ξύπνιος καί πρόθυμος νά πάρει τήν ευθύνη ν’ ανοίξει τά μάτια εκείνων πού κινδυνεύουν νά χαθούν γιατί τους έχει πάρει ό ύπνος.
Ό Κάρλ Μαρξ έγραψε κάποτε ότι ό Προμηθέας πού δήλωσε ότι «προτιμάει νά είναι αλυσοδεμένος στό βράχο του παρά υπάκουος δούλος τών θεών», είναι ό προστάτης άγιος τών φιλοσόφων. Έχουμε νά κάνουμε έδώ μέ τήν ανανέωση τής προμηθεϊκής λειτουργίας τής ίδιας τής ζωής.   Η δήλωση του Μαρξ δείχνει πολύ καθαρά τό πρόβλημα τής σχέσης ανάμεσα στή φιλοσοφία καί στην ανυπακοή. Οί περισσότεροι φιλόσοφοι δέν έδειξαν ανυπακοή στην εξουσία τής εποχής τους. Ό Σωκράτης υπάκουσε πεθαίνοντας, ό Σπινόζα προτίμησε ν’ αρνηθεί τή θέση του καθηγητή παρά νά έρθει σέ σύγκρουση μέ τήν εξουσία, ό Κάντ ήταν ένας νομοταγής πολίτης καί ό Χέγκελ αντάλλαξε τίς νεανικές επαναστατικές του συμπάθειες μέ τήν εξύμνηση τού Κράτους στά ώριμα χρόνια του. Κι όμως, παρ’ όλα αυτά, ό Προμηθέας ήταν ό προστάτης άγιος τους. Είναι αλήθεια πώς όλοι αυτοί οί άνθρωποι έμειναν στά γραφεία τους καί στίς αίθουσες τών διαλέξεων καί δέν κατέβηκαν στους δρόμους· οί λόγοι πού έπραξαν έτσι ήταν πολλοί καί δέ θά τους συζητήσω τώρα. Σάν φιλόσοφοι, όμως, έδειξαν ανυπακοή στην εξουσία τών παραδοσιακών σκέψεων καί εννοιών, στά κλισέ πού δίδασκε καί πίστευε ή εποχή τους. Ετσι, οί άνθρωποι αυτοί έφερναν τό φώς στό σκοτάδι, ξυπνούσαν αυτούς πού μισοκοιμόντουσαν, «αποτολμούσαν νά μάθουν».
Ό φιλόσοφος είναι ανυπάκουος στά στερεότυπα καί στην κοινή γνώμη γιατί υπακούει στή λογική καί στον άνθρωπο. Ακριβώς επειδή η λογική είναι πανανθρώπινη καί ξεπερνάει όλα τά εθνικά σύνορα, γι’ αυτό κι ό φιλόσοφος πού ακολουθεί τή λογική είναι πολίτης τού κόσμου· τό αντικείμενο του είναι ό άνθρωπος – όχι τούτο ή τό άλλο άτομο, τούτο ή τό άλλο έθνος. Πατρίδα του είναι ό κόσμος κι όχι τό ειδικό μέρος πού γεννήθηκε.
Κανείς δεν έχει εκφράσει τήν επαναστατική φύση τής σκέψης πιό εύστοχα άπό τόν Μπέρτραντ Ράσελ. Στό έργο του Principles of Social Reconstruction (Αρχές Κοινωνικής Ανοικοδόμησης – 1916) έγραφε:
«Οί άνθρωποι φοβούνται τή σκέψη περισσότερο άπ’ οτιδήποτε άλλο στον κόσμο – περισσότερο άπό τήν καταστροφή, ακόμα κι άπ’ τό θάνατο. Η σκέψη είναι ανατρεπτική καί επαναστατική, καταλυτική καί φοβερή· η σκέψη είναι ανελέητη απέναντι στά προνόμια, τους κατεστημένους θεσμούς καί τίς βολικές συνήθειες· η σκέψη είναι αναρχική καί άνομη, αδιάφορη απέναντι στην εξουσία, περιφρονητική απέναντι στή δοκιμασμένη σοφία τών αιώνωνΗ σκέψη κοιτάζει τόν πάτο τής κόλασης καί δέ φοβάται. Βλέπει τόν άνθρωπο, μιά αχνή κουκκίδα, νά περιβάλλεται άπό απύθμενα βάθη σιωπής· κι ωστόσο, περνάει περήφανη κι άφοβη σάν νά ήταν ό υπέρτατος άρχοντας τού σύμπαντος. Η σκέψη είναι δυνατή, σβέλτη κι ελεύθερη, είναι τό φώς τού κόσμου κι η μεγαλύτερη δόξα τού ανθρώπου.
Μά γιά νά γίνει η σκέψη χτήμα τών πολλών κι όχι προνόμιο τών λίγων, θά πρέπει νά ξεπεράσουμε τό φόβο. Ο φόβος είναι εκείνος πού κρατάει τους ανθρώπους – ό φόβος πώς τά πιό πολύτιμα πιστεύω τους θ’ αποδειχτούν αυταπάτες, ό φόβος πώς οί θεσμοί πού διέπουν τή ζωή τους θ’ αποδειχτούν βλαβεροί, ό φόβος πώς θ’ αποδειχτούν κι οί ίδιοι λιγότερο άξιοι σεβασμού άπ’ όσα φαντάζονταν  ότι  ήταν.   «»Αν  ό  εργαζόμενος  σκεφτεί ελεύθερα γιά την ιδιοχτησία,  τί θά γίνουμε εμείς οι πλούσιοι; Αν οί νέοι σκεφτούν ελεύθερα γιά τό σεξ, τί θά γίνει η ηθική; Αν οί στρατιώτες σκεφτούν ελεύθερα γιά τόν πόλεμο, τί θά γίνει η στρατιωτική πειθαρχία; Διώξτε μακριά τή σκέψη! Ας ξαναγυρίσουμε πίσω στά σκοτάδια της προκατάληψης γιά νά μήν κινδυνέψει η ιδιοχτησία, τά ήθη καί ό πόλεμος! Καλύτερα νά είναι οί άνθρωποι κουτοί, αδρανείς καί καταπιεστικοί παρά νά ‘χουν ελεύθερη σκέψη. Γιατί αν η σκέψη τους ελευθερωθεί μπορεί νά μή σκέφτονται σάν κι εμάς. Κι αυτό τό κακό θά πρέπει νά τό αποφύγουμε μέ κάθε μέσο». Ετσι συλλογίζονται οι εχθροί της σκέψης μέσα στ’ ασυνείδητα βάθη της ψυχής τους. Κι έτσι πράττουν στίς εκκλησίες τους, τά σχολεία τους, τά πανεπιστήμια τους.

Η ικανότητα του Μπέρτραντ Ράσελ γιά ανυπακοή πηγάζει όχι από κάποια αφηρημένη αρχή, αλλά άπό τό πιό πραγματικό βίωμα πού μπορεί νά γνωρίσει κανείς – τήν αγάπη γιά τή ζωή. Αυτή η αγάπη γιά τή ζωή λάμπει μέσα στά γραφτά του όπως καί στην παρουσία του. Είναι ένα σπάνιο χάρισμα στίς μέρες μας, καί πιό σπάνιο ακόμα στίς χώρες όπου οι άνθρωποι ζούνε μέσα στην αφθονία. Πολλοί μπερδεύουν τόν ενθουσιασμό μέ τή χαρά, τήν έξαψη μέ τό ενδιαφέρον, τήν κατανάλωση μέ τήν ύπαρξη. Τό νεκροφιλικό σύνθημα «Ζήτω ό θάνατος» ενώ συνειδητά χρησιμοποιείται μόνον άπό τους φασίστες, αντηχεί στην καρδιά πολλών ανθρώπων πού ζουν στίς χώρες τής αφθονίας, αν καί μπορεί οι ίδιοι νά μήν τό ξέρουν. Φαίνεται πώς αυτός είναι ένας άπό τους λόγους πού εξηγούν τό γιατί ή  πλειοψηφία τών ανθρώπων σκύβουν τό  κεφάλι στην προοπτική ενός πυρηνικού πολέμου καί τής συνακόλουθης καταστροφής τού πολιτισμού καί κάνουν τόσα λίγα πράγματα γιά ν’ αποφύγουν τό κακό. Ό Μπέρτραντ Ράσελ, αντίθετα, αγωνίζεται ενάντια στον όλεθρο πού μάς απειλεί, όχι γιατί είναι είρηνιστής ή επειδή πιστεύει σέ κάποια αφηρημένη αρχή, άλλα επειδή είναι ένας άνθρωπος πού αγαπάει τή ζωή.
Γιά τόν ίδιο ακριβώς λόγο δέν συμπαθεί εκείνους πού αρέσκονται νά φιλολογούν πάνω στην έμφυτη κακία του άνθρωπου καί πού, στην πραγματικότητα, αποκαλύπτουν έτσι περισσοτερα γιά τόν εαυτό τους καί τήν κατάθλιψη τους παρά γιά τήν ανθρωπότητα. Όχι πώς ό Μπέρτραντ Ράσελ είναι ένας συναισθηματικός ρομαντικός. Είναι ένας ξεροκέφαλος, κριτικός καί καυστικός ρεαλιστής. Γνωρίζει καλά τά βάθη τής κακίας καί τής βλακείας πού περιέχει η ψυχή του ανθρώπου, μά δέν συγχέει τό γεγονός αυτό μέ μιά υποτιθέμενα έμφυτη διαφθορά πού χρησιμεύει γιά νά στηρίξει έπιχειρηματολογικά τήν ιδέα όσων είναι υπερβολικά απαισιόδοξοι γιά νά πιστέψουν στό χάρισμα τού άνθρωπου νά δημιουργεί ένα κόσμο στά μέτρα του. «Έκτός άπ’ αυτά τά σπάνια πνεύματα», έγραψε ό Ράσελ στό έργο του Mysticism and Logic: a free man’ s worship  (Μυστικισμός καί λογική: μιά πίστη τού Ελεύθερου Άνθρωπου – 1903) «πού γεννιούνται άναμάρτητα, έχει κανείς νά διασχίσει ένα σκοτεινό σπήλαιο πριν μπεί στό ναό. Η πύλη τού σπηλαίου είναι η απελπισία καί τό πάτωμα της είναι στρωμένο μέ τίς ταφόπλακες τών διαψευσμένων ελπίδων. Εδώ ό Εαυτός πρέπει νά πεθάνει· εδώ η λαχτάρα, η απληστία τού αδάμαστου πόθου πρέπει νά συντριφτεί, γιατί μόνον έτσι μπορεί η ψυχή νά ελευθερωθεί άπό τήν εξουσία τής Μοίρας. Μά στην άκρη τού σπηλαίου, η Πύλη τής ‘Απάρνησης σέ οδηγεί ξανά έξω στό φώς τής σοφίας, χάρη στό οποίο μιά νέα γνώση, μιά νέα χαρά, μιά νέα τρυφερότητα, λάμπουν καί φαιδρύνουν τήν καρδιά τού προσκυνητή». Καί αργότερα, στά Philosophical Essays (Φιλοσοφικά Δοκίμια – 1910) γράφει: «Αλλά γι’ αυτούς πού νιώθουν πώς η ζωή στον πλανήτη αυτόν θά ήταν ζωή αιχμαλωσίας άν δέν υπήρχαν τά παράθυρα γιά ένα μεγαλύτερο κόσμο πέρα άπ’ αυτόν γι’ αυτούς πού βρίσκουν αλαζονική τήν πίστη στην ανθρώπινη παντοδυναμία καί πού προτιμούν τήν ελευθερία τού Στωικού πού κυριαρχεί πάνω στά πάθη του παρά τήν εξουσία τού Ναπολέοντα πού βλέπει όλα τά βασίλεια τού κόσμου στά πόδια του – μέ μιά λέξη, γιά τους ανθρώπους πού δέ θεωρούν τόν Ανθρωπο ικανοποιητικό αντικείμενο τής λατρείας τους, ό κόσμος τού πραγματιστή θά τους φανεί στενός καί μικρός, ένας κόσμος πού στερεί τή ζωή άπ’ ό,τι τής δίνει άξια καί μικραίνει τόν Ανθρωπο, αφαιρώντας άπό τό σύμπαν πού ατενίζει, όλη του τή μεγαλοπρέπεια». Τίς απόψεις του πάνω στην υποτιθέμενη έμφυτη κακία του ανθρώπου ό Ράσελ τίς εξέφρασε λαμπρά στό Unpopula Essays (Αντιδημοτικά Δοκίμια – 1950). «Τά παιδιά, αφού υπήρξαν γιά χρόνια σπορά του Σατανά στην παραδοσιακή θεολογία καί μυστικιστικά φωτισμένοι άγγελοι στά μυαλά των μεταρρυθμιστών τής παιδαγωγικής, ξανάγιναν στίς μέρες μας διαβολάκια – όχι θεολογικοί δαίμονες διαπνεόμενοι άπό τό πνεύμα του Πονηρού, άλλά επιστημονικά φροϋδικά τέρατα πού διαπνέονται άπό τό Ασυνείδητο. Πρέπει νά πούμε πώς τώρα είναι πολύ πιό κακά άπ’ ότι στίς διατριβές τών καλόγερων επιδείχνουν στά σημερινά εγχειρίδια μιά τέτοια ευρηματικότητα κι επιμονή στίς αμαρτωλές φαντασιώσεις, πού τίποτε ανάλογο τους δέν μπορεί νά βρεθεί στό παρελθόν εκτός άπό τά οράματα του Αγίου Αντωνίου. Είναι άραγε όλα αυτά η αντικειμενική αλήθεια; Ή είναι απλώς μιά φανταστική ύπεραναπλήρωση του ενήλικου γιά τό γεγονός πώς δέν του επιτρέπουν  πιά  νά  ξυλοδέρνει  τους  μικρούς  σατανάδες;   Ας απαντήσουν σ’ αυτό οι Φροϋδιανοί, ό καθένας τους γιά λογαριασμό τών άλλων». Ακόμα ένα απόσπασμα άπό τά γραφτά του Ράσελ πού δείχνει πόσο βαθιά έχει νιώσει τή χαρά τής ζωής αυτός ό  ανθρωπιστής στοχαστής.   «Ό  ερωτευμένος», γράφει στό Scientific Outlook (Επιστημονική Ματιά – 1931) «ό ποιητής κι ό μυστικιστής, νιώθουν μιά ικανοποίηση πολύ πιό πλούσια άπ’ αυτήν πού θά γνωρίσει ποτέ αυτός πού τρέχει πίσω άπό τήν εξουσία, γιατί εκείνοι μπορούν νά κρατήσουν τό αντικείμενο τής αγάπης τους, ενώ αυτός πού ζητά τήν εξουσία είναι καταδικασμένος νά καταφεύγει σέ νέα τεχνάσματα κάθε φορά γιά νά μήν υποφέρει άπό τήν αίσθηση τής αδειοσύνης. Όταν έρθει η ώρα νά πεθάνω δέ θά αισθάνομαι πώς έζησα άδικα. Θά έχω δεί τή γή νά φλογίζεται τά δειλινά, τή δροσιά ν’ αστράφτει τήν αυγή, καί τό χιόνι νά λάμπει κάτω άπ’ τόν παγωμένο ήλιο. Έχω μυρίσει τή μυρωδιά τής βροχής μετά τήν ξηρασία κι έχω ακούσει τό μανιασμένο κύμα του Ατλαντικού νά δέρνει τά γρανιτένια βράχια τής Κορνουάλης. Η επιστήμη μπορεί νά χαρίσει τέτοιες χαρές καί πολλές άλλες σέ περισσότερους ανθρώπους πού αλλιώς δέ θά τίς δοκίμαζαν. Αν γίνει έτσι, τότε η δύναμη της θά έχει χρησιμοποιηθεί σωστά. Μά άν αφαιρεί άπό τή ζωή τίς στιγμές ακριβώς πού τής δίνουν τήν αξία της, τότε ή επιστήμη δέ θ’ αξίζει τό θαυμασμό μας, όσο κι άν είναι έξυπνος καί περίτεχνος ό δρόμος πού θά χρησιμοποιήσει γιά νά οδηγήσει τόν άνθρωπο στην απελπισία».
Ό Μπέρτραντ Ράσελ είναι ένας διανοητής, ένας άνθρωπος πού πιστεύει στή λογική. Πόσο διαφέρει όμως άπό τό μεγάλο αριθμό τών ανθρώπων πού έχουν τό ίδιο επάγγελμα: τήν διανόηση. Μ’ αυτούς, τό πράγμα πού μετράει είναι η διανοητική σύλληψη τού κόσμου. Αισθάνονται σίγουροι πώς η νοημοσύνη τους είναι ικανή νά εξαντλήσει τήν πραγματικότητα καί πώς δέν υπάρχει τίποτε σημαντικό πού νά μή συλλαμβάνεται άπ’ αυτήν. Είναι σκεπτικιστές απέναντι σ’ οτιδήποτε δέν μπορεί νά χωρέσει σέ μιά διανοητική φόρμουλα, άλλά είναι απλοϊκά εύπιστοι σ’ ό,τι άφορα τή δική του επιστημονική προσέγγιση. Ενδιαφέρονται περισσότερο γιά τά προϊόντα τής σκέψης τους παρά γιά τή διαδικασία τής κατανόησης πού συμβαίνει μέσα στον άνθρωπο πού ερευνά. Ό Ράσελ μίλησε γι’ αυτό τό είδος τής διανοητικής λειτουργίας όταν συζητούσε τόν πραγματισμό στά Φιλοσοφικά Δοκίμια τον (1910): «Ό πραγματισμός», έγραφε, «γοητεύει τό είδος τού πνεύματος πού βρίσκει τό σύνολο του φαντασιακού του υλικού πάνω στην επιφάνεια αυτού τού πλανήτη· τού πνεύματος πού πιστεύει στην πρόοδο καί δέν παραδέχεται κανένα έξω-άνθρώπινο όριο τής ανθρώπινης δύναμης· πού αγαπάει τόν αγώνα, με όλους τους παρεπόμενους κινδύνους γιατί δέν αμφιβάλλει πώς θά κερδίσει τή νίκη· πού επιθυμεί τή θρησκεία, όπως επιθυμεί τό σιδηρόδρομο καί τό ηλεκτρικό, σάν παρηγοριά καί βοήθεια στίς κακοτοπιές τούτου τού κόσμου κι όχι σάν κάτι πού μας προσφέρει έξωανθρώπινα αντικείμενα γιά νά ικανοποιήσουμε τήν ανάγκη μας γιά τελειότητα καί ανεπιφύλαχτη λατρεία».
Γιά τόν Ράσελ, αντίθετα άπ’ ό,τι γιά τόν πραγματιστή, η λογική σκέψη δέν είναι η αναζήτηση τής βεβαιότητας, άλλά μιά περιπέτεια, μιά πράξη απελευθέρωσης καί θάρρους, πού αλλάζει τόν σκεπτόμενο, κάνοντας τον πιό ξύπνιο καί πιό ζωντανό.
Ό Μπέρτραντ Ράσελ είναι ένας άνθρωπος μέ πίστη. «Όχι πίστη μέ τή θεολογική της έννοια, άλλά πίστη στή δύναμη τής λογικής, πίστη στην ικανότητα τού άνθρωπου νά δημιουργήσει μόνος του τόν παράδεισο του με τίς δικές του προσπάθειες.  «Οπως έχει αποφανθεί ή γεωλογική χρονολόγηση», έγραψε στό Man’ s peril from the Hydrogen bomb (Ό Κίνδυνος τής Βόμβας Υδρογόνου γιά τόν «Ανθρωπο, 1954), «ό άνθρωπος δεν υπάρχει παρά γιά μιά πολύ σύντομη περίοδο -1.000.000 χρόνια τό πολύ. Αυτό πού κατόρθωσε, ιδιαίτερα μέσα στά τελευταία 6.000 χρόνια, είναι κάτι εντελώς νέο στην ιστορία του Σύμπαντος, στό βαθμό τουλάχιστον πού φτάνουν οι γνώσεις μας γι’ αυτό. Γιά αμέτρητους αιώνες ό ήλιος ανάτειλε κι έδυε, τό φεγγάρι μίκραινε καί χανόταν, τά άστρα έλαμπαν τίς νύχτες μά μόνο μέ τόν ερχομό του Άνθρωπου αυτά τά πράγματα έγιναν κατανοητά. Στον απέραντο κόσμο της αστρονομίας καί στον απειροελάχιστο κόσμο του άτομου, ό Άνθρωπος αποκάλυψε μυστήρια, πού ίσως μπορούσαν νά θεωρηθούν άλυτα. Στην τέχνη καί τη λογοτεχνία καί τή θρησκεία μερικοί άνθρωποι έδειξαν ένα τέτοιο ύφος συναισθημάτων πού κάνει ολόκληρο τό είδος άξιο νά σωθεί. Είναι άραγε μοιραίο όλα αυτά νά γκρεμιστούν μέσα σε μιά κοινή φρίκη επειδή είναι τόσο λίγοι αυτοί πού μπορούν νά σκεφτούν γιά τόν Άνθρωπο κι όχι τούτη ή τήν άλλη ομάδα ανθρώπων; Είναι άραγε τό είδος μας τόσο στερημένο άπό λογική, τόσο ανίκανο γιά αμερόληπτη αγάπη, τόσο τυφλό ακόμα καί μπροστά στίς πιό άπλες επιταγές τής αυτοσυντήρησης πού η τελευταία απόδειξη τής ηλίθιας εξυπνάδας του νά είναι η εκμηδένιση κάθε μορφής ζωής πάνω στον πλανήτη μας; – γιατί δέ θά χαθούν μόνο οι άνθρωποι, αλλά καί τά ζώα καί τά φυτά πού κανείς δεν μπορεί νά τά κατηγορήσει γιά κομμουνισμό ή γιά άντικομμουνισμό.
Δέν μπορώ νά πιστέψω πώς αυτό θά είναι τό τέλος. Θά ‘θελα νά μπορούσαν οι άνθρωποι νά παραμερίσουν γιά μιά στιγμή τίς διαμάχες τους καί νά σκεφτούν πώς άν επιτρέψουν στον εαυτό τους νά ζήσει, έχουν κάθε λόγο νά περιμένουν πώς οι θρίαμβοι τού μέλλοντος θά ξεπεράσουν κατά πολύ τους θριάμβους τού παρελθόντος. Μπροστά μας απλώνεται, άν τόν διαλέξουμε, ό δρόμος τής αδιάκοπης προόδου στην ευτυχία, τή γνώση καί τή σοφία. Αξίζει, αντί γι’ αυτόν, νά προτιμήσουμε τό θάνατο επειδή δέν μπορούμε νά ξεχάσουμε τους καβγάδες μας; Στρέφομαι σέ σάς σάν άνθρωπος σέ ανθρώπους καί σάς ζητώ: θυμηθείτε τήν ανθρωπιά σας καί ξεχάστε όλα τά άλλα. Αν μπορέσετε νά τό κάνετε αυτό, θά βρείτε ανοιχτό τό δρόμο γιά ένα νέο Παράδεισο· άν όχι, τίποτε δέ σάς περιμένει έκτος άπό τόν κοινό καί καθολικό θάνατο».
Η πίστη αυτή πηγάζει άπό μιά ιδιότητα χωρίς τήν οποία ούτε η φιλοσοφία του, ούτε ό αγώνας του ενάντια στον πόλεμο, θά ήταν κατανοητοί: τήν αγάπη γιά τή ζωή.
Μπορεί σέ πολλούς ανθρώπους αυτό νά μή λέει τίποτε· πιστεύουν πώς όλοι αγαπούν τή ζωή. Μήπως όλοι δέν τήν υπερασπίζονται όταν απειλείται, μήπως δέν διασκεδάζουν καί δέν απολαμβάνουν τή ζωή τους;
Πρώτα άπ’ όλα δέν είναι αλήθεια πώς οι άνθρωποι υπερασπίζουν τή ζωή όταν απειλείται- πώς αλλιώς νά εξηγήσει κανείς τήν παθητικότητα τους μπροστά στην απειλή τής ατομικής καταστροφής; Κι επιπλέον, ό κόσμος μπερδεύει τήν έξαψη μέ τή χαρά, τόν ενθουσιασμό μέ τήν αγάπη τής ζωής. Ζουν «χωρίς χαρά μέσα στην αφθονία». Τό γεγονός είναι πώς όλες οι αρετές του καπιταλισμού – η ατομική πρωτοβουλία, η τόλμη, η ανεξαρτησία – έχουν άπό καιρό χαθεί άπό τή βιομηχανική κοινωνία καί δέν τίς συναντάμε πιά παρά στά γουέστερν καί στους γκάγκστερς. Στή γραφειοκρατική καί συγκεντρωτική βιομηχανική κοινωνία, υπάρχει ένας αυξανόμενος αριθμός ανθρώπων πού έχουν βαρεθεί τή ζωή καί πού είναι πρόθυμοι νά πεθάνουν γιά νά γλιτώσουν άπό τήν πλήξη. Είναι αυτοί πού φωνάζουν «καλύτερα νεκροί παρά κόκκινοι» μά κατά βάθος τό σύνθημα τους είναι «καλύτερα νεκροί παρά ζωντανοί». Οπως είπα καί παραπάνω, τήν ακραία μορφή ενός τέτοιου προσανατολισμού τή συναντάει κανείς σ’ εκείνους τους φασίστες πού είχαν γιά σύνθημα τό «Ζήτω ό θάνατος». Κανείς δέν τό αναγνώρισε αυτό πιό καθαρά άπό τόν Μιγκέλ ντέ Ούναμούνο όταν μίλησε γιά τελευταία φορά στή ζωή του στό Πανεπιστήμιο τής Σαλαμάνκα, όπου ήταν πρύτανης στίς αρχές τού Ισπανικού Εμφύλιου Πολέμου. Αφορμή ήταν ένας λόγος τού Στρατηγού Μιλάν Άστρέυ πού τό αγαπημένο του σύνθημα ήταν: «Viva la Muerte!» (Ζήτω ό θάνατος) καί ένας άπό τους οπαδούς του τό φώναξε δυνατά άπό τό βάθος τής αίθουσας. Οταν ό στρατηγός τέλειωσε τό λόγο του, ό Ούναμούνο σηκώθηκε καί είπε: «… Μόλις πρίν λίγο άκουσα μιά νεκρόφιλη κι ανόητη κραυγή πού έλεγε «Ζήτω ό θάνατος!» Κι εγώ, πού πέρασα τη ζωή μου διατυπώνοντας παραδοξολογίες πού ξεσήκωναν τό γεμάτο σύγχυση θυμό των άλλων, πρέπει νά σας πω, σάν ειδικός πάνω στό θέμα, πώς αυτή η ξενόφερτη παραδοξολογία μου είναι απεχθής. Ό Στρατηγός Μιλάν Άστρέυ είναι ανάπηρος. Πρέπει νά τό πούμε αυτό χωρίς πρόθεση νά τόν μειώσουμε. Είναι ανάπηρος πολέμου. Τό ίδιο ήταν κι ό Θερβάντες. Δυστυχώς, υπάρχουν ήδη πάρα πολλοί ανάπηροι στην Ισπανία αυτή τή στιγμή. Καί σύντομα θά υπάρξουν κι άλλοι αν δέ μας βοηθήσει ό θεός. Μου προξενεί λύπη η σκέψη πώς ό Στρατηγός Μιλάν Άστρέυ αποτελεί τό πρότυπο μιας μαζικής ψυχολογίας. Ένας ανάπηρος χωρίς τό πνευματικό μεγαλείο ενός Θερβάντες είναι φυσικό ν’ αναζητά μιά ολέθρια ανακούφιση τής μοίρας του σπέρνοντας γύρω του τήν καταστροφή». Στό σημείο αυτό ό Μιλάν Άστρέυ, μήν μπορώντας πιά νά βαστηχτεί, φώναξε «abajo la inteligencia!» (Κάτω ή διανόηση) καί «Ζήτω ό θάνατος!». Τήν κραυγή του τήν υποστήριξαν κι άλλες φωνές έκ μέρους των Φαλαγγιτών. Μά ό Ούναμούνο συνέχισε: «Αυτός είναι ό ναός τού πνεύματος. Κι εγώ είμαι ό αρχιερέας του. Εσείς είσαστε πού βεβηλώνετε τόν ιερό του χώρο. Θά νικήσετε γιατί έχετε μέ τό μέρος σας τήν ώμή βία. Μά δέ θά κερδίσετε κανέναν άνθρωπο. Γιατί γιά νά κερδίσετε κάποιον πρέπει νά τόν πείσετε. Καί γιά νά τόν πείσετε σας χρειάζεται αυτό ακριβώς πού σας λείπει: η Λογική καί τό Δίκαιο στον αγώνα. Τό θεωρώ μάταιο νά σάς προτρέψω νά σκεφτείτε τήν Ισπανία. Τέλειωσα πιά».
Ωστόσο η έλξη τού θανάτου πού ονόμασε ό Ούναμούνο νεκροφιλία, δέν είναι μόνο προϊόν τής φασιστικής σκέψης. Είναι ένα φαινόμενο βαθιά ριζωμένο σε μιά κουλτούρα πού κυριαρχείται όλο καί περισσότερο άπό τίς γραφειοκρατικές οργανώσεις τών μεγάλων εταιριών, τών κυβερνήσεων καί των στρατών καί άπό τόν κεντρικό ρόλο τών κατασκευασμένων άπό τόν άνθρωπο αντικειμένων, γκάτζετ καί μηχανών. Αυτός ό γραφειοκρατικός βιομηχανισμός τείνει νά μετατρέψει τους ανθρώπους σέ πράγματα. Τείνει νά αντικαταστήσει τή φύση με τεχνικές επινοήσεις, το οργανικό με το ανόργανο.
Μιά άπό τίς πρώτες εκφράσεις αυτής τής αγάπης γιά τήν καταστροφή καί τίς μηχανές καί μιας περιφρόνησης γιά τή γυναίκα (η γυναίκα είναι γιά τόν άντρα η ενσάρκωση τής ζωής ακριβώς όπως ό άντρας είναι ενσάρκωση τής ζωής γιά τή γυναίκα) συναντάμε στό φουτουριστικό μανιφέστο (άπό τόν Μαρινέτι στά 1909) μιά πνευματική κίνηση πού ήταν πρόδρομος τού Ιταλικού φασισμού. Εγραφε:
4. Δηλώνουμε πώς η μεγαλοσύνη τού κόσμου πλουτίστηκε μέ μιά νέα ομορφιά, τήν ομορφιά τής ταχύτητας. Ένα αυτοκίνητο πού τρέχει, μέ τό σασί του στολισμένο άπό μεγάλους σωλήνες σάν φίδια μέ εκρηκτική ανάσα …ενα αυτοκίνητο πού μουγκρίζει καί πού μοιάζει σάν νά τρέχει πάνω σ’ ένα σράπνελ, είναι πιό όμορφο άπό τή Νίκη τής Σαμοθράκης.
5. Θά τραγουδήσουμε τόν άνθρωπο στό τιμόνι πού ό ιδανικός του άξονας διαπερνά τή γη, όρμώντας πάνω στην πίστα τής τροχιάς της.
8. Γιατί νά γυρίσουμε νά κοιτάξουμε πίσω μας όταν έχουμε νά παραβιάσουμε τίς μυστηριακές πύλες τού Αδύνατου; Ό Χρόνος κι ό Χώρος πέθαναν χτες. Ζούμε κιόλας στό απόλυτο, άφού δημιουργήσαμε ήδη τήν ταχύτητα, αιώνια καί πάντα παρούσα.
9.   Θέλουμε νά δοξάσουμε τόν Πόλεμο – τόν μόνο πού χαρίζει υγεία στον κόσμο – τό μιλιταρισμό, τόν πατριωτισμό, τό καταστροφικό χέρι τού Αντίχριστου, τίς όμορφες ιδέες πού σκοτώνουν, τήν περιφρόνηση τής γυναίκας.
10.   Θέλουμε νά καταστρέψουμε τά μουσεία, τίς βιβλιοθήκες, νά παλέψουμε ενάντια στην ηθικολογία, τό φεμινισμό, κι όλες τίς καιροσκοπικές καί χρησιμοθηρικές μικρότητες.
Δέν υπάρχει πράγματι πιό χαρακτηριστική διάκριση μεταξύ τών ανθρώπων, σάν τήν διάκριση ανάμεσα σ’ αυτούς πού αγαπάνε τή ζωή κι αυτούς πού αγαπάνε τό θάνατο. Αυτή η αγάπη τού θανάτου είναι καθαρά ανθρώπινο γνώρισμα. Ό άνθρωπος είναι τό μόνο ζώο πού μπορεί νά νιώσει ανία, τό μόνο ζώο πού μπορεί ν’ αγαπά τό θάνατο. Ό ανίκανος άνθρωπος (κι αναφέρομαι εδώ στή σεξουαλική ανικανότητα) δέν μπορεί νά δημιουργήσει ζωή, μπορεί όμως νά τήν καταστρέψει κι έτσι νά την ξεπεράσει. Ό έρωτας του θανάτου μέσα στην καρδιά της ζωής είναι η πιό ακραία διαστροφή. Μερικοί είναι πραγματικά νεκρόφιλοι – αυτοί χαιρετίζουν καί προωθούν τόν πόλεμο ακόμα κι αν κατά βάθος δεν έχουν συνείδηση των κινήτρων τους, καί εκλογικεύουν τίς επιθυμίες τους λέγοντας πώς υπηρετούν τη ζωή, τήν τιμή, τήν ελευθερία. Αυτοί είναι ίσως ή μειονότητα- υπάρχουν όμως πολλοί πού ποτέ δέν έκαναν τήν επιλογή τους ανάμεσα στή ζωή καί στό θάνατο καί πού κατέφυγαν στην υπεραπασχόληση γιά νά τό κρύψουν. Αυτοί δέ χαιρετίζουν τήν καταστροφή, ούτε όμως καί τή ζωή. Τους λείπει η χαρά της ζωής πού είναι απαραίτητη γιά νά αντιταχθούν σθεναρά στον πόλεμο.
Ό Γκαίτε είπε κάποτε πώς η πιό βαθιά διάκριση ανάμεσα στίς διάφορες ιστορικές περιόδους είναι η διάκριση ανάμεσα στην πίστη καί τήν αμφιβολία καί πρόσθεσε πώς όλες οι εποχές όπου κυριαρχεί η πίστη είναι λαμπρές, έξυψωτικές καί καρποφόρες ενώ αυτές στίς όποιες κυριαρχεί η αμφιβολία εξαφανίζονται γιατί κανείς δέν ενδιαφέρεται ν’ αφοσιωθεί σ’ ό,τι είναι άκαρπο. Η «πίστη» γιά τήν οποία μιλούσε ό Γκαίτε είναι βαθιά ριζωμένη στην αγάπη γιά τή ζωή. Οι πολιτισμοί πού δημιουργούν συνθήκες κατάλληλες γιά τήν αγάπη τής ζωής, είναι πολιτισμοί πίστης. Αυτοί πού δέν μπορούν νά δημιουργήσουν τήν αγάπη αυτοί δέν μπορούν νά δημιουργήσουν ούτε πίστη.
Ό Μπέρτραντ Ράσελ είναι ένας άνθρωπος με πίστη. Διαβάζοντας τά βιβλία του καί παρακολουθώντας τίς δραστηριότητες του υπέρ τής ειρήνης, σχημάτισα τήν εντύπωση πώς τό κύριο ελατήριο ολόκληρης τής προσωπικότητας του είναι η αγάπη του γιά τή ζωή. Προειδοποιεί τόν κόσμο γιά τήν απειλή τής καταστροφής όπως έκαναν κι οί προφήτες, γιατί αγαπάει τή ζωή, σ’ όλες τίς μορφές καί τίς εκδηλώσεις της. Ιδιος καί σ’ αυτό μέ τους προφήτες δέν είναι ένας ντετερμινιστής πού ισχυρίζεται ότι τό ιστορικό μέλλον έχει ήδη προκαθοριστεί. είναι ένας «έναλλακτικιστής» πού βλέπει πώς αυτό πού έχει προκαθοριστεί είναι ορισμένες περιορισμένες καί σίγουρες έναλλαχτικές προοπτικές. Η επιλογή μας είναι ανάμεσα στό σταμάτημα τού ανταγωνισμού των πυρηνικών εξοπλισμών -καί στην καταστροφήΤό αν η φωνή αυτού τού προφήτη θά εκτοπίσει τίς φωνές τού ολέθρου καί τής ανίας, εξαρτάται άπό τό βαθμό ζωντάνιας πού έχει κρατήσει ό κόσμος καί ιδιαίτερα η νεότερη γενιά. Αν οδηγηθούμε στό χαμό, δέ θά μπορούμε νά πούμε πώς δέν προειδοποιηθήκαμε.

Advertisements
This entry was posted in ΠΟΛΙΤΙΚΗ and tagged . Bookmark the permalink.

Γράψτε ένα σχόλιο.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s