Νύχτα [Faust].

Johann Wolfgang Von Göthe, Φάουστ [Faust], [Βιβλιοθήκη της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ, τόμος Α’, σελίδες 31-54]

Johann Von Goethe

Johann Von Goethe

ΦΑΟΥΣΤ
σπούδασα φιλοσοφία

και νομική και γιατρική

κι αλί μου και θεολογία

με κόπο και μ’ επιμονή.

Και να με δώ μέ τόσα φωτά,

εγώ ό μωρός, όσα και πρώτα!

Μέ λένε μάγιστρο, ακόμα δόκτορα,

και σέρνω δέκα χρόνια τώρα

άπό τη μύτη εδώ και κει

τους μαθητές μου — και το βλέπω δεν μπορεί

κανένας κάτι να γνωρίζη!

ΛΑές την καρδιά μου αυτό φλογίζει.

Ναί, πιότερα ξέρω παρά όλοι μαζί

γιατροί, δικηγόροι, παπάδες χαζοί·

δισταγμοί, υποψίες δε με ταράζουν,

κόλασες, διάολοι δε με τρομάζουν

έτσι όμως κι ή χαρά μου είναι φευγάτη,

δέν τό φαντάζομαι πώς ξέρω κάτι

καλό στον κόσμο να τό διδάξω,

να τόν φωτίσω, νά τόν αλλάξω.

Ούτ’ εχω δα καλά και πλούτο,

δόξα, τιμές στον κόσμο τούτο.

Μήτε σκυλί έτσι θάθελα νά ζή!

Γι’ αυτό έχω στη μαγεία παραδοθή,

 μήπως το πνεύμα τό στόμα άνοιξη

κι η δύναμή του μή μου δείξη

κάποια μυστήρια, ώστε άλλο εδώ

να μην παιδεύουμαι νά πώ

ότι δεν ξέρω νά γνωρίσω τί

βαθιά τον κόσμο συγκρατεί,

κάθε αφορμή και σπόρο ν’ άντικρύσω

και κούφια λόγια πιά νά μήν πουλήσω.

Νάβλεπες, φως του φεγγαριού,

τον πόνο μου στερνή φορά,

τις ώρες του μεσονυχτιού

πού εδώ σε πρόσμενα συχνά:

Πώς σε βιβλία, χαρτιά σωρό

σύντροφο σ’ είχα θλιβερό!

Αχ! νά μπορούσα στις ψηλές

με σε ν’ ανέβαινα κορφές,

με στοιχειά στά σπήλαια νά πετούσα,

στο θάμπος σου λιβάδια νά γυρνώ,

κάθε γνώσης τινάζοντας καπνό

στο δρόσος σου νά ξαρρωστούσα!
Στή φυλακή είμαι ακόμα; Άλί!

Τρύπα μουχνή, καταραμένη,

πού από βαμμένα τζάμια μπαίνει

κι η λάμψη του ουρανού θολή!

Φραγμένη από βιβλία σωρό

σκουληκιασμένα, σκονισμένα

και μέ χαρτί καπνιδερό
ψηλά ως το θόλο τυλιγμένα.
γυαλιά γεμάτη και κουτιά,
δλη εργαλεία στοιβαχτή
και πράγματα προγονικά-
Νά ο κόσμος σου! κι αυτό κόσμος θά πή!
Κι ακόμα το ρωτάς: σκιαχτά

πώς μέσα σφίγγεται ή καρδιά σου;

πώς -θλίψη άξήγητη κρατά

δεμένο κάθε κίνημα σου ;

Άντίς η φύση η ζωντανή

πού μέσα σ’ έπλασε ο θεός,

σέ τριγυρίζει εδώ καπνός,

μούχλα και σάπιοι σκελετοί.

Φύγε! κι έβγα εξω στ’ ανοιχτά!

Μή η γραφή τούτη η μυστική

του Νοστραδάμου δε σου άρκεί
για σύντροφος; Το δρόμο πιά
των αστεριών άμα κατέχεις,
και για οδηγό τή φύση αν έχης,
τότε η ψυχή σου θά νοή
πνεύμα μέ πνεύμα πώς μιλεί.
Του κάκου η σκέψη μοναχά
  τ’ άγια σημεία σου εξηγά:
Πνεύματα, πλάι μου πού πετάτε,
εδώ αν με ακούτε, μου απαντάτε

(Ανοίγει τό βιβλίο και κοιτάξει τά σημεία του Μακρόκοσμου)

Α! ποια άναγάλλια εμπρός σέ αυτή τή θέα

μεμιάς όλα τά φρένα μου περνά!

Αισθάνομαι μιά νέα, ιερή χαρά

στις φλέβες μου νά ρέη μέ φλόγα νέα.

Από θεό έχουν τά σημεία αυτά γραφή,

πού τήν αντάρα μέσα μου σιγάζουν,

στην άμοιρη καρδιά χαρά σταλάζουν

και σά μέ μιαν ορμή κρυφή

γύρω τις δύναμες της φύσης ξεσκεπάζουν;

Θεός μήν είμαι; Ό νους φωτίζεται!

Στις καθαρές γραμμές εδώ

στή δράση της η φύση μου φανίζεται.
Τώρα μόλις τί λέει ό σοφός νοώ:
Ό μαγικός ο κόσμος δέν εκλείστη.

κλειστός ο νους σου είναι, η καρδιά νεκρή!

Ακούραστος νά λούσης ξύπνα, μύστη,

τό γήινο στήθος μές στή ροδαυγή !
(Κοιτάζει τό σημείο)

Πώς όλα στό όλο υφαίνονται μαζί,

τό ένα στ’ άλλο ενεργεί και ζή!

Πώς δυνάμεις ουράνιες αραδιάζουν

απάνω κάτω και χρυσούς κάδους αλλάζουν!

Μέ φτερά, πού ευτυχία ευωδιάζουν,

άπό τά ουράνια τή γη σκίζοντας περνούνε

και μέ αρμονία τό σύμπαν πλημμυρούνε!

Τί δράμα! Όμως άχ! δράμα μόνο!

Που θα σε πιάσω, ώ δίχως τέλος φύση;

Και σένα στήθος, κάθε ζωής βρύση

πού πίνει κι ουρανός και γή! Η ξερή

καρδιά μου εσένα λαχταρεί —

τρέχεις, ποτίζεις, κι άδικα εγώ λιώνω!

(Γυρίζει άγαναχτισμένος μερικά φύλλα του βιβλίου και κοιτάζει τώρα το σημείο του Πνεύματος της Γης)

Πώς το σημείο αυτό αλλάζει τήν ψυχή μου!

Πνεύμα της γης πιο κοντά μου είσαι συ.

νιώθω κιόλας πληθαίνει η δύναμη μου,

σάν από νέο φλογίζομαι κρασί

και πέρνω θάρρος στή ζωή να ορμήσω,

τής γης χαρές και πόνους ν’ άντικρύσω,

με τρικυμίες να πολεμήσω

και τον τριγμό του συντριμμού να μήν ψηφήσω.

Άπάνωθέ μου συννεφιάζει —

Κρύβει το φώς του το φεγγάρι —

Ό λύχνος σβήνει!
Καπνίζει! — Φλόγες κόκκινες αστράφτουν

στο κεφάλι μου γύρω — Τρόμος

φυσά άπ το θόλο απάνω

και με αρπάζει!
Σε νιώθω, πνεύμα ικετεμένο, ολόγυρα μου.

Φανερώσου!
Α! πώς σπαράζεται η καρδιά μου!

Μου είν’ ανοιγμένη

σ’ αίσθήματα καινούρια όλη η ψυχή!

Νιώθω ολη την καρδιά σε σε δωσμένη!

Έβγα κι ας μου στοιχίση τη ζωή!
(Ανοίγει τό βιβλίο καί μελέτα, μέ μυστήριο τό σημείο
τοϋ Πνεύματος. Λάμπει κοκκινωπή φλόγα, τό Πνεΰμα
παρουσιάζεται μέσα στη φλόγα)

ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ
Ποιος κράζει;
ΦΑΟΥΣΤ (γυρίζει τό πρόσωπο)
Οραμα φοβεροί
ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ
Μέ ορμή μ’ έχεις εδώ βγαλμένο,

βυζαίνοντας στη σφαίρα μου καιρό,

και τώρα —
ΦΑΟΥΣΤ
Όιμέ! Δε σε υπομένω!
ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ
Μέ τήν πνοή πιασμένη μέ ικετεύεις,
τή φωνή μου ν’ ακούσης, να μέ δής γυρεύεις·
γέρνω στή δυνατή σου δέηση κι έρχομαι! — Ομως,
υπεράνθρωπε, ποιος σε πιάνει τρόμος;
Που είν’ η ορμή της ψυχής; που είναι τό στήθος
πού κόσμο έπλασε κ’ έτρεφε στο βύθος;
πού σε χαράς φουσκώνοντας μεθήσι,
εμάς τα πνεύματα ήθελε να ‘γγίση;

Πού είσαι, Φάουστ, πού η φωνή του με καλούσε,
πού μ’ όση δύναμη είχε με απαιτούσε;
Σύ είσαι πού νιώθεις στην πνοή μου φρίκη
κι ολόβαθά σου τρέμεις σα σκουλήκι
πού στή γη κουλουριάζεται δειλό;

ΦΑΟΥΣΤ

Έγώ, φλόγινη ειδή,να φύγω εμπρός σου;

Ό Φάουστ είμαι γώ, ο όμοιός σου!
ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ

Στό κύμα της ζωής, στων έργων το βρασμό

κατεβαίνω, ανεβαίνω,

εδώ και κει πηγαίνω

Γέννα και μνήμα

αιώνιο κύμα,

φάδι πού αλλάζει,

ζωή πού βράζει,
στού καιρού έγώ διάζομαι το βοερό άργαλιό

και του θεού το φόρεμα υφαίνω ζωντανό.

ΦΑΟΥΣΤ

Σύ πού τον κόσμο ολάκερο αγκαλιάζεις,

πνεύμα ασίγαστο, πόσο είμαι κοντά σε σένα!

ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ

Με το πνεύμα πού νιώθεις, μοιάζεις,

όχι μέ μένα! (χάνεται)

ΦΑΟΥΣΤ

(πέφτοντας κάτω)

Όχι μέ σένα;

Τότε μέ ποιόν;

Έγώ τού θεού ομοίωμα!

Και μήτε καν εσένα!
(χτυπά ή πόρτα)
Στην οργή! Το γνωρίζω — είν’ ό βοηθός μου —

Η ευτυχία μου ολάκερη θα σβήση!

Ναρθή ό σχολαστικός αυτός να κυνηγήση

τα οράματα το πλήθος από μπρος μου!
(Ό Βάγνερ μπαίνει φορώντας ρόμπα και νυχτικό σκούφο, και κρατώντας λύχνο στο χέρι. Ό Φάουστ γυρίζει τό πρόσωπο δυσαρεστημένος)

ΒΑΓΝΕΡ

Συμπαθάτε! Απαγγέλλετε, θαρρώ·

βέβαια κάποια τραγωδία ελληνική;

Κάτι ήθελα απ’ την τέχνη αύτη να ωφεληθώ,

γιατί έχει τώρα πέραση πολλή.

Ό θεατρίνος, τ’ άκουσα συχνά,

μπορούσε, λένε, να διδάξη και παπά.

ΦΑΟΥΣΤ

Ναί, αν είναι θεατρίνος κι ο παπάς,

καθώς πολλές φορές τυχαίνει.

ΒΑΓΝΕΡ
Αχ, όταν μένη στο γραφείο κανείς κλειστός

και μόλις μια γιορτή μονάχα βγαίνη

τον κόσμο μέ τό κιάλι ν’ άντικρύση,

μέ τήν πειθώ μπορεί να τον διοικήση;

ΦΑΟΥΣΤ

Αν δεν τό αισθάνεστε, προσπάθεια περιττή,

απ’ την ψυχή σας άμα δεν πηγάζει

και τις καρδιές όσων άκούν δεν τις δαμάζει,

μ’ ευχαρίστηση μέσα δυνατή.

Καθίστε σεις, κολλάτε, μαγειρεύετε

άπό των άλλων τ’ άποφάγια ένα φαγί

και τό σωρό τή στάχτη σας σκαλεύετε,

μια φλόγα έκείθε κακορίζικη να βγή!

Θά σας θαυμάσουνε μαϊμούδες και παιδιά,

αν είναι τέτοια η επιθυμία σας —

μα καμιά δε θά ‘γγίξετε καρδιά,

αν ο λόγος δέ βγαίνη απ τήν καρδιά σας.

ΒΑΓΝΕΡ
Ηαπαγγελία κάνει τό ρήτορα· πώς μένω

πίσω πολύ σ’ αυτό καταλαβαίνω.
ΦΑΟΥΣΤ
Έντιμο κέρδος να ζητάς!
Σάν τον τρελό κουδούνια μήν κρεμάς!
Τό λογικό κ’ η κρίση η ορθή,
τέχνη δέ θέλουν νά δειχτούν πολλή·
κι αν σοβαρά κάτι έχετε νά πητε,
ποια ανάγκη λέξεις νά γυρεύετε νά βρήτε;
Ναί, οι λόγοι σας, όλάστραφτα ξεσκίδια
πού τά κρεμάτε των ανθρώπων μπιχλιμπίδια
σάν του χινόπωρου άχαρα είναι την πνοή,
πού σε φύλλα ξερά τριζοβολει

ΒΑΓΝΕΡ
Αχ θεέ μου! Η μεν τέχνη μακρά,

ο δε βίος βραχύς. Πολύ συχνά

στα κριτικά τά μελετήματα μου

να χάσω πάω τά λογικά μου.

Τί δύσκολα κανένας πού κερδαίνει

τά μέσα στις πηγές πού πάν -ψηλά!

Κα! πριν ακόμα φτάση στά μισά του δρόμου,

φουκαράς πεθαίνει.

ΦΑΟΥΣΤ
Μήν έχεις τά βιβλία γι’ άγια βρύση,

όπου γιά πάντα ξεδιψά κανείς;

Ποτέ σου τή δροσιά δέ θά τή βρής,

αν μέσα άπ’ τήν ψυχή δέ σου άναβρύση.
ΒΑΓΝΕΡ
Με συμπαθάτε! Είναιχαρά τρανή

στο πνεύμα των καιρών κανείς νά μπαίνη·

νά βλέπη πώς σκέφτονταν πρίν μας οι σοφοί,

και πόσο είμαστε μεις πιο εμπρός φτασμένοι.

ΦΑΟΥΣΤ

Ώ ναί, ως τ’ αστέρια και πιο εκεί!

Γιά μάς, φίλε μου, οι χρόνοι οι περασμένοι

βιβλίο μ’ εφτά σφραγίδες είναι.

Αυτό, πού πνεύμα τών καιρών τό λές εσύ,

τό ίδιο σας τό πνεύμα, αφέντες, είναι,

πού μέσα καθρεφτίζονται οί καιροί.

Αχ, είναι φρίκη αληθινά το πράμα!
Ό κόσμος φεύγει στή στιγμή μακριά,

σα νάταν ολο μούχλα και σκουριά

και το πολύ ένα φουσκωμένο δράμα

με ωραία και ηθικά αξιώματα,

που σε κουκώων ταιριάζουν στόματα!
ΒΑΓΝΕΡ
Μά ο κόσμος! μά τ’ ανθρώπου το πνεύμα! η καρδιά του!

Κάτι άπ’αυτά ποθεί ό καθένας νά γνωρίση.
ΦΑΟΥΣΤ
Γνώση τή λέν κι αυτή! Ποιος θά τολμήση

τό πράγμα νά το πή με τ’ όνομά του;

 Οι λίγοι, πού γνώρισαν κατιτί άπ’ αυτά,
πού ήταν μωροί και τήν καρδιά τους δε φιμώσαν

μά σκέψη κι αίσθημα στον όχλο φανερώσαν,

πεθάναν πάντα στο σταυρό και στή φωτιά.
Παρακαλώ όμως, φίλε, αργά είν’ η ώρα-

τήν ομιλία άς κόψουμε δω τώρα.
ΒΑΓΝΕΡ
Έγώ μπορούσα ακόμα ν’ αγρυπνήσω
τόσο σοφά μαζί σας νά μιλώ.
Μά αύριο, του Πάσχα πρώτη μέρα, σάς ζητώ
τήν άδεια νάρθω κι άλλα νά ρωτήσω.
Με ζήλο έχω σπουδάσει· πολλά νιώθω·
νά τά μάθω δμως όλα εχω τον πόθο. (Φεύγει)

ΦΑΟΥΣΤ

(μόνος)
Πώς κάθε ελπίδα πιά δε χάνει ό νους,

πού είναι σε κούφια λόγια κολλημένος,

σκάβει άπληστα ζητώντας θησαυρούς

κι είναι, αν σκουλήκια βρή, ευχαριστημένος.

Παρόμοια φωνή άνθρωπου αρμόζει εδώ,

πού πλήθος πνεύματα με ζώσανε, νά ήχήση;

Μά αχ! τούτη τή φορά σ’ ευχαριστώ,

ώ πιο άθλιο πλάσμα πού έχει η γη γεννήσει.

Μ’ έχεις βγάλει άπό τόση απελπισία,

νά μου άφανίση πού ήθελε τά φρένα.

Τόσο τρανό ήταν τ’ όραμα γιά μένα,

πού τή μικρότη μου ένιωσα βαθιά.
Έγώ, του θεού ομοίωμα, πού θαρρώντας

πώς στην αιώνια αλήθεια ήμουν κοντά,

χαιρόμουνα σε ουράνια ξαστεριά

και φέγγος, κάθε γήινο παραιτώντας·

έγώ, ένα χερουβείμ πού είχε τολμήσει

νά πή πώς τρέχει η δύναμη του, ώ φύση,

στίς φλέβες σου και πλάθοντας πώς ζή

αθάνατα-ποια βρίσκω πληρωμή!

Μ’ έχει ένας λόγος βροντερός γκρεμίσει.
Ό νους μου πώς σου μοιάζω ας μήν τό βάλη:

Αν είχε φτάσει η δύναμη μου νά σε βγάλη,

νά σε κράτηση κιόλας δεν μπορεί.

Ένιωσα εκείνη τή χαρούμενη ώρα

τόσο μικρή, τόσο μεγάλη τήν ψυχή·

μα εσύ σκληρά μ’ έσπρωξες πίσω τώρα

στην ανθρώπινη μοίρα τήν τυφλή.

Τι νά ξεφύγω ποιος θά μου τό μάθη;

σκλάβος νά γίνω εκείνης της ορμής;
Αχ! οι πράξες μας, όσο και τά πάθη,

μας φράζουνε τό δρόμο της ζωής.

Στό πιο υψηλό πού έχει άπό νου περάσει,

στοιχείο πάντα ξενώτερο κολλά·

κι αν τά καλά του κόσμου έχουμε φτάσει,

πλάνη κι άπατη λεν τά πιο καλά.

Όσα αισθήματα θεία μας δώσαν τή ζωή

μουδιάζουν μες στή γήινη χλαλοή.
Όταν μ’ ελπίδα απόκοτα φτερά

ανοίγη προς τό αιώνιο η φαντασία,

της φτάνει λίγος τόπος σά σκορπά

στή ζάλη του καιρού κάθε ευτυχία.
Η έννοια στην καρδιά βαθιά φωλιάζει,
γεννώντας πόνους μυστικούς εκεί,
ανήσυχη, χαρά κι ανάπαψη ταράζει
και προσωπίδες πάντα νέες φορεί,
σά σπίτι, κτήμα, σάν παιδί, γυναίκα βγαίνει,
σά μαχαίρι, φαρμάκι, σά νερό ή φωτιά:
Τρέμεις εσύ ό, τι δε σε πετυχαίνει
κι ό, τι ποτέ δε χάνεις κλαις παντοτινά.

Δε μοιάζω τους θεούς! Τό έχω βαθιά αιστανθή·

με το σκουλήκι μοιάζω πού τό χώμα σκάβει,

που στή σκόνη, όπου τρέφεται και ζή,
το συντρίβει ό διαβάτης και τό θάβει.

Δεν είναι σκόνη αυτά όλα με όσα εδώ ό ψηλός

ό τοίχος άπό πλήθος ράφια μέ στριμώνει;

τά χίλια παλιοπράματα ο σωρός,

κόσμος γεμάτος σκώρο πού μέ ζώνει;
Ό,τι μου λείπει μή θα τόβρω αυτού;
Ή μή σέ χίλια θά τό δώ βιβλία
πώς παιδεύτηκαν οι άνθρωποι παντού,
πώς σπάνια ένας νά γνώρισε ευτυχία;
Άδειο κρανίο, τί μου σαρκάζεις άποκεί;
παρά πώς πρίν, ως κι ό δικός μου, συγχυσμένος
ο νους σου αιθέριο ήθελε φώς και διψασμένος
γι’ αλήθεια, οικτρά σέ σκότος χάθηκε βαρύ;
Σεις εργαλεία, μέ περγελάτε αληθινά
μέ μύτες, γύρους, ρόλους και τροχούς. Σας πήρα
στή θύρα πού στεκόμουν γιά κλειδιά·
τό δόντι σας στριφτό, μα δέν άνοιείτή θύρα.
Στο ημερινό τό φώς κρυφή
τον πέπλο η φύση απάνω της απλώνει,
ό,τι στο νου σου αυτή δέ φανερώνει,
δέν της τό βγάζουν βίδες και μοχλοί.
Πράγματα αρχαία, γιά μένα αχρείαστα, είστε δώ
γιατί ο πατέρας μου σας είχε. Σέ μαυρίζει,
παλιό καρούλι εσένα, δσον καιρό

ο θαμπός λύχνος στο τραπέζι αυτό καπνίζει.

Δε σκόρπιζα το λίγο πού έχω εδώ και κει,

παρά το λίγο αυτό νά με βαρένη!

Ό,τι έχεις άπ’ τους πρόγονους σου βρει,

κέρδισε το, δικό σου για νά γένη.

Τρανό είναι βάρος άχρηστο ό, τι μένει,

μόνο η στιγμή ό, τι πλάθει, αυτό ωφελεί.
Μά απάνω έκεί τί μου καρφώνεται η ματιά;

Μή το μπουκάλι έκεί τά μάτια μαγνητίζει;

Γιατί τριγύρω μου μεμιάς γλυκοφωτά,

σάν το φεγγάρι όταν στο δάσος μας δροσίζη;
Σε χαιρετώ, κρύσταλλο έσέ ακριβό,
μ’ ευλάβεια τώρα ενώ σε κατεβάζω!
Πνεύμα σ” έσέ και τέχνη ανθρώπινη θαυμάζω.
Αφρέ από κάθε υπνωτικό γλυκό,
άθέρα απ’ τις πιο αιθέριες φονικές δυνάμεις,
τή χάρη σου σε μένα τώρα ας κάμης!
Σε κοιτάζω κι ό πόνος μου γλυκαίνει,
σε γγίζω και το πάσχισμα πρααίνει,
του νου ή πλημμυρά πέφτει αγάλια αγάλια.
Σε μιά θάλασσα σπρώχνομαι πλατειά,
λάμπει το κύμα της στά πόδια μου μπροστά,
νέα μέρα μέ τραβά σέ νέα ακρογιάλια.
Μπρος μου γοργόφτερο άρμα πύρινο περνά!

Είμ’ έτοιμος νά σκίσω τους αέρες,

ν’ ανοίξω δρόμους νέους έκεί ψηλά

προς δράσης καθαρής καινούργιες σφαίρες.

Ζωή ψηλή, αναγάλλιασμα θεϊκό!

Το αξίζεις συ, σκουλήκι χτες, νά τα κερδίσης;

Ναι, τόλμησε μονάχα νά γυρίσης

τήν πλάτη σου στης γης τον ήλιο το γλυκό!

Με βία τις πόρτες θάρρεψε ν’ άνοιξης,

που εμπρός τους ο καθένας δρόμο αλλάζει!

Νά η στιγμή τώρα μ’ έργα νά το δείξης

πως ό άξιος άντρας το θείο ύψος δεν τρομάζει·

μπροστά στο μαύρο σπήλαιο μή δειλιάσης,

πού η φαντασία μαρτύρια πλάθει έκεί,

το πέρασμα πολέμα εκείνο νά πέρασης,

πού ό Αδης στην μπασιά του εμπρός φλογοβολεί!

το βήμα αυτό φαιδρός ας τό τολμήσης,

κι ας είν’ακόμα στο Μηδέν νά σβήσης.

Έλα, έβγα τώρα άπ την παλιά σου θήκη,

αγνό, κρυστάλλινο ποτήρι! Σε έχω άφήκει

λησμονημένο αυτού χρόνια πολλά!

Πώς στων προγόνων τις γιορτές λαμποκοπούσες

κι από χέρι σέ χέρι ώς γύριζες σκορπούσες

στους σοβαρούς τους καλεσμένους τή χαρά!

Τά τεχνικά στορίσματά σου τά λαμπρά,

τό χρέος: σ’ αυτά καθένας νά ταιριάζη

ρίμες και μονορούφι νά σέ άδειάζη,

τόσες νυχτιές θυμούν τής νιότης μιά φορά.

Τώρα δέν έχω νά σέ δώσω πίσω

στον πλαγινό ή νά δείξω πνεύμα γιά νά υμνήσω

τήν τέχνη σου: Να, εδώ ενα υγρό πού ευθύς μεθά,

σ’ έχει με κύμα μελανό ξεχειλισμένο.

Αυτό πού ετοίμασα, πού τόχω διαλεγμένο,

στερνό ποτήρι αδειάζω μ’ δλη τήν καρδιά,

χαιρετισμό προς τήν αυγή υψωμένο!

(Φέρνει τό ποτήρι στα χείλη)
Καμπάνες και ψαλμωδία

ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ

Χριστός ανέστη!

Χαρά στον κόσμο κάτου,

πού τον κρατούσε το κρυφό,

το ολέθριο, το προγονικό

το κρίμα στα δεσμά του.
ΦΑΟΥΣΤ

Ποια άπόβαθη βοή, ποιες λιγερές φωνές

μου αρπάζουν άπ’ τα χείλη τό ποτήρι;

Δίνετε μήνη μα, καμπάνες σεις βαρειές,

πώς του Πάσχα αρχινά τό πανηγύρι;

Λέτε τον ύμνο τον παρήγορο, χοροί,

πού αντήχησε άπ’αγγέλων χείλη μια φορά

στην επιτάφια ολόγυρα νυχτιά,

ο νέος δεσμός σαν είχε στεριωθή;

ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Μ’όλοευωδα βοτάνια

τονέ μυρώσαμε,

στον τάφο του, οί πιστές του,

ον απιθώσαμε·

του βάλαμε σουδάρι

σεντόνια καθαρά,

άχ! πάμε και δεν είναι

εκεί δ Χριστός μας πιά.

ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ

Χριστός ανέστη!

Μακάριος πού αγαπώντας,

τό θλιβερό, σωτήριο,

δεινό μαρτύριο

πήγε τραβώντας.
ΦΑΟΥΣΤ

Φωνές ουράνιες σεις, γλυκές και δυνατές,

στή σκόνη έμέ τί με ζητάτε;

Έκεί άντηχάτε, όπου είναι αδύνατες ψυχές.

Τό άκούω, μα λείπει η πίστη σ’ ό,τι μου μηνάτε.

τό θαύμα είναι της πίστης ακριβό παιδί.

Δέν τολμώ προς τις σφαίρες ν άντικρυσω

όθε τό πρόσχαρο τό μήνη μα αντηχεί.

όμως ο αχός πού άπό παιδί με συγκινεί,

και τώρα στή ζωή με κράζει πίσω.

Στή γιορτινή σιγή πώς μια φορά

τών ουρανών η αγάπη με φιλούσε,

πόσα προαισθήματα η καμπάνα μού ξυπνούσε

κι η προσευχή ήταν φλογερή χαρά!

Έξω σε δάση και σε αγρούς σερνόμουν

άπό έναν πόθο αζήτητα γλυκό

κι ενώ τό δάκρυ μου έτρεχε θερμό,

καινούριον κόσμο μέσα μου αισθανόμουν.

Τών παιγνιδιών ήταν φαιδρά μηνήματα,

των ανοιξιάτικων γιορτών αυτοί οι ψαλμοί·

γυρίζει ο νους στά παιδικά τά αισθήματα

κι άπ τό στερνό, τολμηρό βήμα μέ κρατεί.

Ηχάτε, ουράνιοι ύμνοι γλυκοί! Άναβρύζει

τό δάκρυ, η γη και πάλι μέ κερδίζει!

ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ

Αν ολοζώντανος

τώρα ο θαμμένος,

μέγας, ολόλαμπρος

είναι υψωμένος·

στην πλάστρα τή χαρά,

ζώντας ξανά, αν σιμώνη,

άχ! μένουνε γιά μας

στης γης τά στήθη οί πόνοι.

Τους εδικούς σου εδώ

μας άφησες νά σβούμε.

τήν ευτυχία σου άχ!

Κύριε, θρηνούμε!
ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ

Χριστός ανέστη

απ’ τή φθορά βαθιά.

Φαιδροί λυθήτε

απ τά δεσμά!

Αυτόν δοξάζοντας,

αγάπη τάζοντας,

χαρά σταλάζοντας,

έλεο μοιράζοντας

όσοι γυρίζετε,

νάτος ο Κύριος,

σε σας φανίζεται.

Advertisements
This entry was posted in ΠΟΙΗΣΗ and tagged . Bookmark the permalink.

Γράψτε ένα σχόλιο.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s