Αταξική Δημοκρατία και Οικουμενικός Ουμανισμός στον 21 ο Αιώνα. [Ι]

ο κ. Κώστας Λάμπος

ο κ. Κώστας Λάμπος

Του κ. Κώστα Λάμπου, Διδάκτορα στο Freie Universität Berlin. Από το συλλογικό Έργο με τίτλο “Η Άμεση Δημοκρατία στον 21 ο Αιώνα” [εκδόσεις ΝΗΣΙΔΕΣ, έκδοση 2013, σελίδες 147-162].

«Όπως ακριβώς η αθεΐα, ως το ξεπέρασμα της έννοιας του Θεού, αποτελεί την ανάδειξη του θεωρητικού ουμανισμού, έτσι και η κοινοκτημοσύνη, ως το ξεπέρασμα της ατομικής ιδιοκτησίας, αποτελεί τη δικαίωση της πραγματικής ανθρώπινης ζωής με την έννοια του ‘ανθρώπου που ανήκει στον εαυτό του’, και αναδείχνει τον πρακτικό ουμανισμό. Η αθεΐα είναι ουμανισμός που συνδέεται με τον εαυτό του μέσω του ξεπεράσματος της θρησκείας και η κοινοκτημοσύνη είναι ουμανισμός που συνδέεται με τον εαυτό του μέσα από το ξεπέρασμα της ατομικής ιδιοκτησίας. Μόνο όταν ξεπεράσουμε αυτή τη διαμεσολάβηση, η οποία είναι, ωστόσο, μια απαραίτητη προϋπόθεση, θα μπορέσει να υπάρξει θετικά και αυθεντικά ως προς τον εαυτό του ο θετικός ουμανισμός», [Κάρολος Μαρξ].

Η άμεση δημοκρατία δεν είναι Όυτοπία’ και δεν ‘έρχεται από το μέλλον’, τόσο γιατί το μέλλον δεν υπάρχει μέχρι να το δημιουργήσουμε, όσο και γιατί είναι μια πραγματικότητα που έρχεται από το μακρινό παρελθόν και από όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη. Και δεν έρχεται τυχαία, αλλά από την ανάγκη που γεννάει η κοινωνική ανισότητα και στην πορεία γίνεται αναγκαιότητα και αγώνας της ανθρωπότητας για την κοινωνική ισότητα. Στη μακρόχρονη αργόσυρτη και βασανιστική διαδρομή της συγκρούεται με την εκάστοτε ανισότητα, αχρηστεύει υπομονετικά, αργά αλλά σταθερά, ιδεολογίες και κραταιές εξουσίες, αλλάζει και δοκιμάζει μορφές, αποκρυσταλλώνει αρχές και αξίες, διαμορφώνει και ολοκληρώνει τα δομικά της στοιχεία, τους υλικούς όρους, τις αναγκαίες και ικανές συνθήκες, δηλαδή τον ‘τόπο’ πάνω στον οποίο σταδιακά αυτοοικοδομείται ως αυτοπραγμάτωση του Ανθρωπου, της ανθρώπινης κοινωνίας και συνολικά της Ανθρωπότητας.

Διαχρονικότητα και οικουμενικότητα της Αμεσης Δημοκρατίας.

Η άμεση δημοκρατία, όχι απλά ως μια διαδικασία λήψης αποφάσεων, ή ως μια ‘άλλη πολιτική’, ‘ένα πολιτικό σύστημα διακυβέρνησης’, ‘καθεστώς’ ή ‘πολίτευμα’, αλλά ως ένα ολοκλημένο μη-ιεραρχικό και μη-εξουσιαστικό, εξισωτικό σύστημα κοινωνικής οργάνωσης και ως μια αυθεντικά ανθρωπιστική μορφή οικουμενικού πολιτισμού, χαρακτηρίζει, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό σύμφωνα με τα συμπεράσματα πολλών σχετικών με το αντικείμενο επιστημών, όπως λ.χ. της επιστήμης της παλαιοανθρωπολογίας, της αρχαιολογίας και της κοινωνικής ανθρωπολογίας ιδιαίτερα, όλες τις μορφές κοινωνικής συμβίωσης των ανθρώπων στην εκατομμυριόχρονη προϊστορία της ανθρωπότητας, μέχρι την εμφάνιση του δουλοκτητικού κράτους, της ατομικής ιδιοκτησίας και της πατριαρχικής οικογένειας. Το ίδιο συμβαίνει και με τις σύγχρονες, ασύνδετες με τον σημερινό ‘πο-λιτισμό’ ‘πρωτόγονες’ κοινωνίες. Και οι δυο αυτές κατηγορίες καταγράφονται ως ‘πρωτόγονος κομμουνισμός’, ως κοινωνίες μοιράσματος ή ως εξισωτικές κοινωνίες, από τις οποίες κληρονομήσαμε την έννοια της ισότητας. Η συλλογική προσπάθεια και ο συνεχώς διευρυνόμενος και ανάλογος με τη σωματική ρώμη, την εμπειρία και τις δεξιότητες του καθενός αναγκαίος τεχνικός καταμερισμός της καθημερινής δραστηριότητας της κοινότητας δεν βελτίωνε μόνο τις συνθήκες ασφάλειας και διαβίωσης της κοινότητας, αλλά διεύρυνε ασταμάτητα την ατομική και τη συλλογική νοόσφαιρα καθώς και τα μέσα και τους τρόπους επικοινωνίας, τόσο στο εσωτερικό, όσο και μεταξύ των διάφορων κοινοτήτων. Αυτή η βελτίωση των όρων ζωής οδήγησε στην πληθυσμιακή αύξηση στους καταυλισμούς των μόνιμα εγκαταστημένων καλλιεργητών και κτηνοτρόφων, πράγμα που έσπρωξε στην αναζήτηση νέων εύφορων εδαφών. Αυτές οι μετακινήσεις έφερναν, κατά κανόνα, σε σύγκρουση τις περιπλανώμενες ανθρώπινες ομάδες- από τη σύγκρουση τους προέκυπταν νικητές και ηττημένοι, αφέντες και δούλοι, στη δουλειά των οποίων στηρίχτηκε η εξουσία των νικητών. Έτσι, γεννήθηκε βίαια ο μη αναγκαίος κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας, που δίχασε τις κοινωνίες σε εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους, σε ιδιοκτήτες γης και ανθρώπων και σε δούλους χωρίς κανένα δικαίωμα, που έμελλε να διατηρεί αυτή τη διάσπαση των κοινωνιών μέχρις ότου να δημιουργηθούν οι αντικειμενικοί και υποκειμενικοί όροι της άρσης αυτής της διάσπασης. Στον ελλαδικό χώρο οι νικητές, οι ‘ελεύθεροι’, επέλεξαν, αν και κάτω από καινούργιες συνθήκες, από τους μυθικούς ακόμη χρόνους να κυβερνώνται με τρόπους ανάλογους των προγενέστερων χρόνων, όπου οι αποφάσεις λαμβάνονταν στις λαοσυνάξεις, για να μπορούν ‘ενωμένοι’ να υπερασπίζονται την εξουσία τους, την ιδιοκτησία τους πάνω στη γη και στους σκλάβους, οι οποίοι αποτελούσαν και τη μοναδική πηγή πλούτου. Αυτά τα συμπεράσματα επιβεβαιώνονται σε πολύ μεγάλο βαθμό και από τις πρώτες γραπτές μαρτυρίες για την ύπαρξη της προϊστορικής άμεσης δημοκρατίας, όπως τις βρίσκουμε, ως κατάλοιπα προγενέστερων χρόνων, στα ομηρικά έπη [Τα ομηρικά έπη, δηλαδή η Ιλιάδα και η Οδύσσεια αποτελούν τη σημαντικότερη στην ιστορία της ανθρωπότητας μεγάλη απόπειρα καταγραφής, επεξεργασίας, σύνθεσης, συμπλήρωσης, παράφρασης, σκόπιμης διασκευής ή αλλοίωσης και ολοκληρωμένης παρουσίασης των παλαιότερων γεγονότων, παραδόσεων και μύθων που για χιλιάδες χρόνια μεταφέρονταν με τον προφορικό λόγο από γενιά σε γενιά, κύρια μέσω τραγουδιστών-αφηγητών-διασκεδαστών αρχικά, των διάφορων γραφιάδων στη συνέχεια μέχρι την κορύφωση τους στα έργα των αρχαίων τραγικών, δραματικών, σατιρικών και κωμικών ποιητών, για να καταλήξουν μέσα χειραγώγησης στα χέρια των θρησκευτικών και εξουσιαστικών ιερατείων], σύμφωνα με τις οποίες οι «συνάξεις», οι «μαζώξεις» και οι «συνελεύσεις» του λαού, σε ένα δημόσιο χώρο αποκαλούμενο αγορά [Ο όρος Αγορή και στη συνέχεια Αγορά προέρχεται από το ρήμα αγείρω, που σημαίνει συναθροίζω, συγκεντρώνω όλα τα μέλη της κοινότητας σε δημόσιο τόπο συζήτησης, αγόρευσης και λήψης αποφάσεων για τα κοινά ζητήματα, που στη συνέχεια μετεξελίχθηκε, εξαιτίας των αλλαγών που σημειώθηκαν, σε τόπο αγοραπωλησίας], ήταν ο θεσμός με τον οποίο λαμβάνονταν οι αποφάσεις για όλα τα κοινά ζητήματα και πλάθονταν οι κώδικες του ατομικού και του κοινωνικού Είναι, του Εγώ και του Εμείς. Σύμφωνα και με την ομηρική παράδοση αυτός ο αρχέγονος τρόπος κοινωνικής συμβίωσης φαίνεται ότι διατηρήθηκε σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό σε όλο τον αρχαιοελληνικό ιστορικό χωροχρόνο [Με απόφαση της ‘αγορής’ εδόθη στον Τηλέμαχο, από τη συνέλευση των Ιθακήσιων, πλεούμενο να ταξιδέψει στην Πύλο για να ρωτήσει τον Νέστορα για την τύχη του πατέρα του Οδυσσέα]. Στους ιστορικούς χρόνους η ‘αγορά’ κάνει δυναμικά την επανεμφάνιση της στον ελλαδικό χώρο και ολοκληρώνεται ως ‘εκκλησία του δήμου’ και ως άμεση δημοκρατία, ως ‘κράτος’, ως κοινωνικός αυτοπροσδιορισμός, ως δύναμη προερχόμενη από την ενιαία έκφραση της βούλησης του όλου “Δήμου, δηλαδή όλων των Πολιτών, κατά την περίοδο της αρχαίας Αθηναϊκής Δημοκρατίας”, η οποία βεβαίως δεν αποτελεί “ελληνική πρωτοτυπία’, αφού, όπως είδαμε, προηγήθηκε, αν και σε χαλαρότερη μορφή, ως κατάκτηση προγενέστερων κοινωνιών, αλλά ήταν η μοναδική που εξάντλησε όλα τα ιστορικά προσφερόμενα περιθώρια και ξεδίπλωσε όλες τις δυνατότητες της με αποτέλεσμα ένα πολιτισμό πολιτισμών. Η άμεση δημοκρατία εμφανίζεται ως μορφή λαϊκής εξουσίας και αντίπαλη κοσμοαντίληψη, στάση ζωής, πολιτική επιλογή και κοινωνική λειτουργία, απέναντι στην αριστοκρατία, στην ολιγαρχία και στην τυραννία. Η επιλογή αυτή του δήμου, υποδηλώνει την, μεταξύ άλλων, από κοινού επιδίωξη μιας αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης που στηρίζεται στην «πίστη στην κοινωνική ισότητα και στην πρόοδο», γιατί με τη δημοκρατία η Πολιτεία διοικείται καλύτερα, επειδή «όταν κυβερνούν οι λίγοι διαφθείρονται ευκολότερα για το κέρδος ή τα ρουσφέτια από όταν κυβερνούν οι πολλοί» [Αριστοτέλης, Αθηναίων Πολιτεία]. Οι εσωτερικές αντιφάσεις της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, που συνδέονταν με τον χαμηλό βαθμό ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και τον αντίστοιχο βαθμό καθυστέρησης των δουλοκτητικών παραγωγικών σχέσεων, ωθούσαν την Αθηναϊκή Δημοκρατία σε πολιτικές ιμπεριαλιστικής επεκτατικότητας, πράγμα που την έφερνε σε διαρκή σύγκρουση με τις άλλες αρχαιοελληνικές πόλεις-κράτη. Αυτή η σύγκρουση με τη μορφή ενός διαρκούς καταστροφικού εμφύλιου πολέμου μεταξύ των ελληνικών πόλεων αποδυνάμωσε το κοινωνικό μέτωπο που αποτελούσε τη βάση της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, με αποτέλεσμα να καταργηθεί από τις δυνάμεις της αριστοκρατικής ολιγαρχίας, αφήνοντας όμως στην ανθρωπότητα τη βαριά κληρονομιά της δημοκρατίας με την έννοια της λαϊκής εξουσίας και της αυτοδιεύθυνσης του Δήμου. Ακολούθησε η λεγόμενη «Ελληνιστική Περίοδος» και στη συνέχεια η Pax Romana, η οποία κατάληξε στη μονοθεϊστική φονταμενταλιστική θεοκρατική φεουδαρχία και στον ευρωπαϊκό Μεσαίωνα. Βέβαια, αυτή η διαδικασία κράτησε αρκετούς αιώνες, όσο χρειάστηκε για να ωριμάσει η αντίληψη σύμφωνα με την οποία η κυρίαρχη δουλοκτητική τάξη θα μπορούσε να μετεξελιχθεί, χάρη στην «παγίδα του Σόλωνα» [Την οποία όλοι γνωρίζουμε μόνο από το περιτύλιγμα της στιγμιαίας Σεισάχθειας και όχι από τη θέσπιση, για πρώτη φορά στην ιστορία, της ατομικής ιδιοκτησίας πάνω στη γη, μέσω της καθιέρωσης του κληρονομικού δικαιώματος], σε γαιοκτητική τάξη που κατανόησε πως μπορεί να κατοχυρώσει και να διευρύνει την εξουσία της με τη μετατροπή των δούλων σε δουλοπάροικους, από τους οποίους θα εισέπραττε φόρους σε είδος ή σε χρήμα, πράγμα που θα διευκόλυνε τη συσσώρευση πλούτου και εξουσίας. Καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της περιόδου οι δούλοι και οι δουλοπάροικοι πραγματοποίησαν εκατοντάδες μικρές και μεγάλες εξεγέρσεις και επαναστάσεις με αίτημα την απελευθέρωση τους, την κατάργηση της δουλείας και της φεουδαρχίας, και την κοινωνική συγκρότηση στη βάση της κοινωνικής ισότητας όπως την μετέφερε η παράδοση συμπληρωμένη από τις κάθε φορά επίκαιρες δυνατότητες και εμπειρίες. Το πέρασμα από το δουλοκτητικό στο φεουδαρχικό σύστημα προκάλεσε τη μετατόπιση της πηγής πλούτου από τον δούλο στον δουλοπάροικο και, κατά συνέπεια, στην εντατική καλλιέργεια της φεουδαρχικής μεγαλογαιοκτησίας, η οποία, σε συνδυασμό με την επέκταση του εμπορίου, προκάλεσε την εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων, οι οποίες έσπρωχναν σταδιακά στην αλλαγή των παραγωγικών σχέσεων, πράγμα που διευκόλυνε την εμφάνιση και τη διευρυμένη ανάπτυξη της βιοτεχνίας-βιομηχανίας. Ένας καινούργιος τρόπος παραγωγής αγαθών και πλούτου προκάλεσε τη σταδιακή μετακίνηση του πληθυσμού από την αγροτική ενδοχώρα προς τα κομβικά σημεία χερσαίας, ποτάμιας και θαλάσσιας συγκοινωνίας. Έτσι άρχισε ο σχηματισμός των πρώτων μεγάλων πόλεων που ανταγωνίζονταν τα φεουδαρχικά λατιφούντια, διαμορφώνοντας μια παράλληλη εξουσία. Αυτή η εξέλιξη προκάλεσε πληθυσμιακή έκρηξη στα αστικά κέντρα και συνεπώς μεγαλύτερη ζήτηση για αγροτικά προϊόντα και όλο και μεγαλύτερη προσφορά μη αγροτικών προϊόντων, με αποτέλεσμα το κέντρο της ζωής και της συσσώρευσης πλούτου να μετακινείται από τους πύργους των φεουδαρχών προς τους νέους θεσμούς που έφερε η βιοτεχνική και στη συνέχεια η βιομηχανική παραγωγή. Στον αγώνα τους ενάντια στη φεουδαρχία, οι απελεύθεροι κολίγοι και τώρα πια τεχνίτες και εργάτες των μεσαιωνικών πόλεων οργάνωσαν κατά κανόνα την κοινωνική ζωή τους πάνω σε αμεσοδημοκρατικές αρχές και θεσμούς, επειδή αυτό τους εξασφάλιζε ενότητα, βελτίωση του επιπέδου διαβίωσης και αυξημένη ικανότητα αντιμετώπισης των βίαιων επιθέσεων του ντόπιου φεουδάρχη και της κεντρικής μοναρχικής εξουσίας. Είναι αυτός ο αγώνας που παρέκαμψε τον σκοταδισμό και τη θεοκρατία αναζητώντας επιστημονικά έγκυρη και κοινωνικά χρήσιμη γνώση, πράγμα για το οποίο χιλιάδες φωτεινά μυαλά, με κορυφαίες μορφές την Υπατία και αργότερα τον Τζορντάνο Μπρούνο, έδωσαν τη ζωή τους, όπως και εκατομμύρια λαϊκές αγωνίστριες και αγωνιστές πέθαναν στα βασανιστήρια της Ιεράς Εξέτασης και στα εκτελεστικά αποσπάσματα των μπουρζουάδων και των μοναρχών. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες «οι καλοί θεσμοί των αρχαϊκών κοινωνιών επανέρχονται εκ νέον κάθε τόσο στο ιστορικό προσκήνιο, επανέρχονται μάλιστα συχνά ανανεωμένοι και εμπλουτισμένοι με νέες δυνατότητες ελευθερίας». Το καινούργιο άρχισε να διαμορφώνεται μέσα στο παλιό και σε βάρος του παλιού, και η ανατροπή του παλιού ήταν ζήτημα χρόνου, για την επίσπευση του οποίου το καινούργιο ανακάλυψε την ανατρεπτική δύναμη του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού και της αρχαίας Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Έτσι φτάσαμε στην Αναγέννηση και στον Διαφωτισμό με κατάληξη τη Γαλλική Επανάστάση που ανέτρεψε τη φεουδαρχική τάξη πραγμάτων και κατοχύρωσε τη νίκη των νέων παραγωγικών σχέσεων, τη νίκη του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, ο οποίος θα απελευθέρωνε, υποτίθεται, τον άνθρωπο, την κοινωνία και την ανθρωπότητα από τη μεσαιωνική-φεουδαρχική βαρβαρότητα. Αν κοιτάξει κανείς, σήμερα, πίσω στον ορίζοντα του 1789 όταν η Γαλλική επανάσταση στη θέση του φεουδάρχη έβαλε τον βιομήχανο και στη θέση τής ‘ελέω θεού’ μοναρχίας έβαλε την αστική, την αντιπροσωπευτική, την κοινοβουλευτική δημοκρατία, θα διαπιστώσει πως το αίτημα για Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφοσύνη έμεινε ανεκπλήρωτο, γιατί οι δυνάμεις που κυριάρχησαν έχτισαν τη δική τους ταξική εξουσία πάνω στην ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Αυτή η επιλογή των εξουσιαστών οδήγησε την κοινωνία σε μεγαλύτερη και συνεχώς διευρυνόμενη ανισότητα, με συνέπεια το βάθεμα της εχθρότητας και το πλάτεμα της ανελευθερίας, η οποία πήρε τη μορφή της μισθωτής δουλείας των αποξενωμένων από τα μέσα παραγωγής και από τα προϊόντα της εργασίας τους ‘ελεύθερων’, υποτίθεται, ανθρώπων, πράγμα που σημαίνει την αποξένωση τους από ουσιαστικά και βασικά δικαιώματα και σε τελική ανάλυση σε αποξένωση από τον ίδιο τον εαυτό τους. Με αυτόν τον τρόπο η Ελευθερία, η Ισότητα και η Αδελφοσύνη περιορίστηκαν μόνο μεταξύ των εξουσιαστών [«Η ελευθερία δεν ήταν η διακηρυγμένη ελευθερία όλων των ανθρώπων, αλλά η ελευθερία των ιδιοκτητών… και η ισότητα ήταν η κοινωνική εξίσωση των αστών με την μέχρι τότε προνομιούχο τάξη της αριστοκρατίας και με την έννοια αυτή δεν έχει καμιά σχέση με την ισότητα όλων των ανθρώπων», Παπαδημητρίου Ζήσης] και μάλιστα μόνο και εν μέρει σε πολιτικό επίπεδο, γιατί στο οικονομικό επίπεδο επικράτησαν ο αλληλοεξοντωτικός ανταγωνισμός και η λογική «ο θάνατος σου η ζωή μου». Αντίθετα, οι απελεύθεροι κολίγοι αποκλείστηκαν από αυτά τα αγαθά και περιορίστηκαν στον ρόλο του μισθωτού δούλου, του οπαδού, του κάθε τέσσερα χρόνια ψηφοφόρου και του καταναλωτή, ιδιότητες που σε τελική ανάλυση περιορίζουν δραματικά τον οικονομικό, κοινωνικό, πολιτιστικό, πνευματικό και δημιουργικό χώρο της ύπαρξης τους και ευνουχίζουν το ίδιο τους το κοινωνικό Είναι, διαμορφώνοντας τη νόθα συνείδηση τους. Η αδυναμία του νέου τρόπου παραγωγής να ικανοποιήσει το σύνολο των κοινωνικών αναγκών σε συνδυασμό με την προκλητική συσσώρευση πλούτου στους λίγους και φτώχεια στους πολλούς, οδήγησε τις δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού στην επαναδιεκδίκηση της ελευθερίας, της ισότητας και της αδελφοσύνης. Αυτός ο αναπροσανατολισμός των κοινωνικών δυνάμεων εξελίχθηκε σταδιακά στο αίτημα της κατάργησης του καπιταλισμού για την ανοικοδόμηση του σοσιαλισμού-κομμουνισμού στη βάση της κοινωνικής ισότητας. Ο αγώνας για τον ουμανιστικό σοσιαλισμό με τη μορφή της Συμβουλιακής Δημοκρατίας κορυφώθηκε ως Οκτωβριανή Επανάσταση με το παλλαϊκό σε Ανατολή και Δύση αίτημα «Όλες οι Εξουσίες στα Συμβούλια» του λαού. Η επιλογή της ηγεσίας του Κ.Κ.Σ.Ε. να εκτρέψει βίαια την Οκτωβριανή Επανάσταση από την ουμανιστική, συμβουλιακή σοσιαλιστική κατεύθυνση, οδήγησε στον κρατικό καπιταλισμό των Γκουλάγκ, ο οποίος δεν είχε καμιά σχέση με τον ουμανιστικό σοσιαλισμό και με τον αγώνα της σοβιετικής κοινωνίας για συμβουλιακή δημοκρατία και κοινωνική ισότητα. Όμως αν και οι κοινωνικές επιστήμες έχουν εδώ και πολλές δεκαετίες αποφανθεί πως το λεγόμενο ‘ σοβιετικό καθεστώς’ δεν ήταν τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο από κρατικός καπιταλισμός και συνεπώς δεν είχε καμιά σχέση με τον σοσιαλισμό [Όσοι από άγνοια ή από σκοπιμότητα ταυτίζουν την κρατικοποίηση των μέσων παραγωγής, τον κρατισμό και τον κρατικό καπιταλισμό με τον σοσιαλισμό της αυτοδιαχείρισης, ας ανατρέξουν στο: Engels, Antiduering), όπου επισημαίνεται πως, αν η κρατικοποίηση των μέσων παραγωγής ήταν σοσιαλιστική, τότε θα πρέπει να θεωρούμε ιδρυτές του σοσιαλισμού τον Ναπολέοντα, τον Μέττερνιχ, τον Μπίσμαρκ και τις διάφορες ευρωπαϊκές βασιλικές αυλές που για δικούς τους λόγους έκαναν τις πρώτες κρατικοποιήσεις], οι δογματικοί απολογητές του, αλλά και οι θεωρητικοί επαγγελματίες αντικομμουνιστές’ απολογητές του νεοφιλελευθερισμού επιμένουν, ο καθένας για διαφορετικούς λόγους, αντιεπιστημονικά και ανιστόρητα, να το χαρακτηρίζουν σοσιαλισμό ή κομμουνισμό. Γεγονός, πάντως, παραμένει πως είτε ως κρατικός καπιταλισμός είτε ως κρατικός ‘σοσιαλισμός-κομμουνισμός’ δεν είχε καμιά σχέση με την ουμανιστική αντίληψη του σοσιαλισμού για την κοινωνική ισότητα, και από αυτήν την άποψη κάθε απόπειρα ταύτισης του ‘σοβιετικού κομμουνισμού’ με τον αταξικό ουμανισμό γίνεται νοητή ως απόπειρα συκοφάντησης του αγώνα των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού για κοινωνική ισότητα, άμεση δημοκρατία και αταξική κοινωνία. Ο εκβαρβαρισμός του δυτικού ιδιωτικού καπιταλισμού και του ανατολικού κρατικού καπιταλισμού και η από τα πάνω βίαιη εκτροπή της Οκτωβριανής Επανάστασης από τον στόχο της Άμεσης Συμβουλιακής Δημοκρατίας στην κομματική ‘δικτατορία του προλεταριάτου’, ενάντια στο ίδιο το προλεταριάτο και στην κοινωνία συνολικά, ξανάβαλαν στην ημερησία διάταξη της ιστορίας το αίτημα για Αμεση Δημοκρατία. Ένα αίτημα που εκφράστηκε με εκατοντάδες εξεγέρσεις και επαναστάσεις σε Ανατολή και Δύση, σε Βορρά και Νότο, με διαφορετική κατά περίπτωση ένταση και μορφή, αλλά με το ίδιο πάντα περιεχόμενο, την κοινωνική ισότητα. Το απάνθρωπο και καταστροφικό καπιταλιστικό σύστημα, αφού κατάφερε να ενσωματώσει στη στρατηγική του ακόμα και θεσμούς που υποτίθεται ότι εκφράζουν την εργαζόμενη κοινωνία, όπως κόμματα, συνδικάτα, συνεταιρισμούς, τοπική αυτοδιοίκηση και διάφορα άλλα κοινωνικά κινήματα, οργανώνει την άμυνα του απέναντι στην εργαζόμενη ανθρωπότητα, καταφεύγοντας στη θεσμική, δομική και ένοπλη βία, στον εξουσιαστικό Φόβο και στην παραπλάνηση με τη βοήθεια της φθοράς της γλώσσας και της διαφθοράς των εννοιών, με αποτέλεσμα η σύγχυση γύρω από την έννοια όχι μόνο της άμεσης δημοκρατίας, αλλά ακόμα και της αστικής δημοκρατίας, να λειτουργεί παραπλανητικά. Ακόμα και ως άμεση δημοκρατία εμφανίζεται ο καπιταλισμός, άλλοτε με τη μορφή του λεγόμενου ‘λαϊκού καπιταλισμού’ και άλλοτε με τον μύθο της λεγόμενης ‘ελβετικής άμεσης δημοκρατίας5 του κλεπτοκαπιταλισμού, προκειμένου να ενισχύσει τη σύγχυση γύρω από τη φύση και τη μορφή της πραγματικής άμεσης δημοκρατίας. Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες η ‘ελεύθερη αστική δημοκρατία’ αλλάζει μορφές και περιεχόμενο και γίνεται καρικατούρα του εαυτού της, ως ολιγαρχική κοινοβουλευτική δικτατορία, είτε ως ‘πειθαρχημένη δημοκρατία’ υπό την επίβλεψη κάποιας ΝΑΤΟϊκής στρατιωτικής ή/ και κάποιας παρένθετης και για λογαριασμό του σκληρού πυρήνα της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης πολιτικής χούντας. Στον ύστερο πια καπιταλισμό του μονοπωλιακού κεφαλαίου και της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης δεν μπορούμε να μιλάμε για αστική δημοκρατία, γιατί αυτή έχει μεταλλαχθεί σε μια αποκρουστική δημοκρατορία του κεφαλαίου πάνω στην κοινωνία και έχει ολοκληρωθεί σε ερμαφρόδιτο πολιτικό σύστημα που δεν είναι πια δημοκρατία, αλλά δικτατορία με χιτώνα δημοκρατίας. Συνέπεια όλων αυτών ήταν η διαμόρφωση μεγάλης και διαχρονικής σύγχυσης τόσο ως προς τη μορφή όσο και ως προς το περιεχόμενο της άμεσης δημοκρατίας, με αποτέλεσμα η έννοια της δημοκρατίας να φορτωθεί, από την επικράτηση του καπιταλισμού και την εμφάνιση της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και μετά, με δεκάδες επιθετικούς προσδιορισμούς [Όπως, λ.χ., αρχαία, σύγχρονη, άμεση…, αστική, αντιπροσωπευτική, συμμετοχική, εργατική, λαϊκή, σοσιαλιστική, σοβιετική, συμβουλιακή, προλεταριακή, προεδρική, προεδρευόμενη…, πραγματική, καθαρή, περιεκτική, αληθινή…, αλλά και αθηναϊκή, ελληνική, αμερικανική, αραβική, γαλλική, γερμανική, λιβυκή…, μέχρι ‘πειθαρχημένη’, ακόμα και βασιλευόμενη δημοκρατία επινοήθηκε, με αποτέλεσμα να αλλάζει η μορφή και τελικά να χάνεται το περιεχόμενο, δηλαδή η ουσία της έννοιας της δημοκρατίας] με τους οποίους δεν χάνεται μόνο η ουσία της έννοιας της δημοκρατίας, αλλά εμφανίζεται και η άμεση δημοκρατία ως μια μεταξύ των πολλών κενών περιεχομένου εννοιών. Είναι προφανές πως ο καθένας από αυτούς τους προσδιορισμούς υπαγορεύτηκε από τα ιδιαίτερα συμφέροντα κάποιας τάξης, κάποιου επιμέρους τμήματος του πληθυσμού του ‘δήμου’, με συνέπεια να επιφέρει αλλαγή στη μορφή και φυσικά στο περιεχόμενο της έννοιας της δημοκρατίας γενικά και της άμεσης δημοκρατίας ειδικότερα. Το αποτέλεσμα ήταν αυτή η κάθε φορά ‘νέα’ μορφή δημοκρατίας να μην ανταποκρίνεται στον ρόλο της ως ‘ κράτος του όλου δήμου’, αλλά ως κράτος μέρους του δήμου, ή και ως κράτος εκτός και εναντίον του δήμου [Εμφανής περίπτωση τέτοιας μορφής κράτους είναι τα αποικιοκρατούμενα και τα υπό άμεση ιμπεριαλιστική στρατιωτική κατοχή, αλλά και τα υπό έμμεση αναγκαστική διαχείριση, οικονομική και πολιτική εξάρτηση ευρισκόμενα κράτη]. Ως δήμος, και υπό την ευρεία έννοια ως Πολιτεία, στην αρχαία Αθήνα οριζόταν το σύνολο των ‘εν συνελεύσει’ ενήλικων ελεύθερων πολιτών που βρίσκεται σε μια διαρκή διαδικασία κατά την οποία οι πολίτες αποφασίζουν στην ‘αγορά’ και στην ‘ εκκλησία του δήμου’ για το σύνολο των θεμάτων που τους αφορούν ως άτομα, ως οικογένειες, ως Δήμο, ως Συμπολιτεία και τελικά ως ενιαία κοινωνία. Η συνειδητή φθορά της γλώσσας και η διαφθορά των εννοιών έβαλε στη θέση της αρχαίας αγοράς του λαού την αγορά των εμπόρων, των σαράφηδων, των χρηματιστηρίων και των συνειδήσεων, και στη θέση της Εκκλησίας του Δήμου έβαλε την ‘εκκλησία του θεού’ και του αγύρτικου ιερατείου. Στόχος των αλχημιστών της εξουσίας ήταν να παρασύρουν τους εργαζόμενους από τη διεκδίκηση ενός καλύτερου κόσμου της κοινωνικής ισότητας στη ζωή, στην παραίτηση από τον αγώνα για την πραγματική ζωή και στη διεκδίκηση της Ισότητας μετά θάνατο’ και μιας θέσης στον παράδεισο της υποτιθέμενης μετά θάνατο ζωής, μέσω της υποταγής σε μια ‘θεοποιημένη’ αφηρημένη αλλά υπαρκτή και ανελέητη καπιταλιστική εξουσία. Από τη σύντομη ιστορική αναδρομή στην εξέλιξη της Άμεσης Δημοκρατίας, από τις ρίζες της στις αρχαϊκές μορφές των εξισωτικών κοινωνιών μέχρι τα σύγχρονα κοινωνικά κινήματα που επαναφέρουν το αίτημα για Αμεση Δημοκρατία Τώρα και Παντού, προκύπτει ένα βασικό συμπέρασμα: η Άμεση Δημοκρατία, που έρχεται από τα βάθη του χρόνου και απ’ όλα τα μήκη και πλάτη του χώρου και φυσικά όχι μόνο από την αρχαία Αθήνα, ήταν και παραμένει ένα διαχρονικό και ταυτόχρονα οικουμενικό αίτημα για όλες τις κοινωνίες και συνολικά για ολόκληρη την ανθρωπότητα. Αυτή η διαπίστωση μας υποχρεώνει να αναζητήσουμε την ουσία της Άμεσης Δημοκρατίας, τις αξίες, δηλαδή, πάνω στις οποίες μέρα τη μέρα δομείται, δοκιμάζετε στους αιώνες και δημιουργεί στον χρόνο και στον χώρο το όραμα για ένα καλύτερο κόσμο, για να μπορέσουμε να φύγουμε από απλουστεύσεις ότι τάχα “υπάρχουν πολλές δημοκρατίες’ ή οτι ‘όλες οι δημοκρατίες λίγο-πολύ ίδιες είναι’ ή ότι ‘η δημοκρατία είναι μία και χωρίς επιθετικούς προσδιορισμούς’, όταν από άγνοια ή από σκοπιμότητα υπάρχει γύρω μας τόση σύγχυση η οπ0ία τελικά νοθεύει την ουσία και θολώνει τη μορφή της.

Advertisements
This entry was posted in ΠΟΛΙΤΙΚΗ and tagged . Bookmark the permalink.

Γράψτε ένα σχόλιο.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s