Πόλεμος!

Βολταίρος

Βολταίρος

ΒολταίροςΦιλοσοφικό Λεξικό [σελίδες 393-396].

Η πείνα, η πανούκλα και ο πόλεμος, τα πιο ξακουστά συστατικά στοιχεία αυτού εδώ του ευτελούς κόσμου. Με πείνα εννοούμε επίσης και τη διατροφή με όλες τις ακατάλληλες τροφές, στις οποίες η σιτοδεία μας αναγκάζει να καταφύγουμε, κι ενώ ελπίζουμε να παρατείνουμε τη ζωή μας, τη συντομεύουμε.
Στην πανούκλα συμπεριλαμβάνουμε όλες τις μεταδοτικές ασθένειες που φτάνουν τις δυο ή τρεις χιλιάδες. Αυτά τα δυο δώρα μας τα χάρισε η Θεία Πρόνοια. Ο πόλεμος όμως που συγκεντρώνει όλα αυτά τα χαρίσματα μαζί, πηγάζει από τη φαντασία τριακοσίων ή τετρακοσίων ατόμων που έχουν εξαπλωθεί στην επιφάνεια του πλανήτη και λέγονται ηγεμόνες ή κυβερνήτες και ίσως γι’  αυτό το λόγο σε πολλά αφιερώματα τους αποκαλούν ζωντανές εικόνες της Θεότητας.

Και ο πιο παράφορος κόλακας αβίαστα θα συμφωνήσει ότι ο πόλεμος σέρνει στο κατόπι του την πανούκλα και την πείνα, φτάνει να δει τα στρατιωτικά νοσοκομεία στη Γερμανία και να περάσει από μερικά χωριά που γνώρισαν κάποιο μεγάλο πολεμικό κατόρθωμα.

Πρόκειται ασφαλώς για μια πολύ μεγάλη τέχνη, και εννοώ αυτήν που ερημώνει αγρούς, που καταστρέφει σπίτια και, χρόνο με το χρόνο, εξολοθρεύει από εκατό χιλιάδες άνδρες τις σαράντα.Αρχικώς, αυτή την επινόηση την καλλιέργησαν λαοί που ενώθηκαν για το κοινό καλό τους: παράδειγμα, η Βουλή των Ελλήνων διεμήνυσε στη Βουλή της Φρυγίας και των γειτονικών λαών πως θα ξεκινούσε με χίλιες ψαρόβαρκες για να τους εξοντώσει, εάν το μπορούσε.
Η συνέλευση του Ρωμαϊκού Λαού έκρινε ότι ήταν προς το συμφέρον του να πάει να πολεμήσει, πριν το θερισμό, εναντίον των Βεϊων και των Βόλσκων. Λίγο αργότερα, όλοι οι Ρωμαίοι τα έβαλαν με όλους τους Καρχηδόνιους και για πολλά χρόνια τους πολέμησαν από ξηρά και θάλασσα. Βεβαίως τέτοια πράγματα δε συμβαίνουν σήμερα.
Ένας γενεαλόγος αποδεικνύει σ’  ένα ηγεμόνα ότι είναι άμεσος απόγονος κάποιου κόμη, του οποίου οι γονείς, πριν από τριακόσια ή τετρακόσια χρόνια, είχαν συνάψει μια οικογενειακή συμμαχία με κάποιον άλλο ηγεμονικό οίκο, που ούτε καν η ανάμνηση του έχει επιβιώσει. Αυτός πάλι ο οίκος είχε κάποιες απαιτήσεις πάνω σε μια επαρχία, που ο τελευταίος της κάτοχος είχε πεθάνει από αποπληξία: ο ηγεμόνας και το συμβούλιο του πολύ εύκολα καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι αυτή η επαρχία τους ανήκει ελέω Θεού. Η επαρχία, που βρίσκεται μερικές εκατοντάδες λεύγες μακριά από τον ηγεμόνα μας, ματαίως διαμαρτύρεται ότι δεν τον γνωρίζει, ότι δεν επιθυμεί να την κυβερνήσει ο εν λόγω ηγεμόνας, ότι για να δώσει κανείς νόμους στους ανθρώπους, πρέπει να έχει τουλάχιστον τη συγκατάθεση τους: τα λόγια αυτά ούτε καν φτάνουν στ’  αυτιά του ηγεμόνα, που το δικαίωμα του θεωρείται αδιαμφισβήτητο. Πολύ εύκολα βρίσκει μερικούς άνδρες που δεν έχουν τίποτα να κάνουν ή να χάσουν∙ τους ντύνει μ’  ένα χοντροκομμένο βαθυγάλαζο ύφασμα, εκατόν δέκα πεντάρες τον πήχυ, τυλίγει γύρω από το καπέλο τους ένα χοντρό άσπρο σιρίτι, τους στριφογυρίζει αριστερά και δεξιά και βαδίζει προς τη δόξα.
Μόλις οι άλλοι ηγεμόνες μαθαίνουν γι’  αυτήν τη ριψοκίνδυνη εκστρατεία, συμμετέχουν ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, κατακλύζοντας μια μικρή έκταση της χώρας με περισσότερους φονιάδες, μισθοφόρους απ’  όσους έσερναν στο κατόπιν τους ο Τζέγκις Χαν, ο Ταμερλάνος, ο Βαγιαζίτ.
Γίνεται γνωστό πως πρόκειται να γίνει πόλεμος, πως όσοι θέλουν να πάρουν μέρος στην επιχείρηση μπορούν να κερδίσουν πέντ’  έξι πεντάρες την ημέρα: έρχονται από μακριά, χωρίζονται σε δυο αράδες όπως οι θεριστές και προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε όποιον μπορεί να τις πληρώσει.
Κι όλα αυτά τα πλήθη ρίχνονται λυσσαλέα ο ένας εναντίον του άλλου, μα ούτε ξέρουν γιατί πολεμούν και ούτε κανένα συμφέρον έχουν.
Συγκεντρώνονται πέντ’  έξι εμπόλεμες δυνάμεις, πότε τρεις εναντίον τριών, πότε δυο εναντίον τεσσάρων, πότε μια εναντίον πέντε, που αλληλομισούνται, που πότε συμμαχούν και πότε πολεμούν η μια την άλλη διαδοχικά. Όλες τους όμως συμφωνούν σ’  ένα σημείο: πώς να κάνουν το μεγαλύτερο κακό.
Το αξιοθαύμαστο αυτής της καταχθόνιας επιχείρησης είναι ότι ο κάθε αρχηγός αυτών των δολοφόνων, πριν πάει να εξολοθρεύσει τον πλησίον του, ευλογεί τις σημαίες του και επικαλείται πανηγυρικά το Θεό.
 Εάν ένας αρχηγός ευτυχήσει να σφάξει μόνο δυο ή τρεις χιλιάδες άνδρες, τότε δεν ευχαριστεί το Θεό. Εάν όμως εξολοθρεύτηκαν, δια πυρός και σιδήρου, δέκα χιλιάδες άνδρες, κι εάν κάποια πόλη ρημάχτηκε εκ θεμελίων, τότε ψάλλουν ένα μακρόσυρτο τροπάρι, σε μια γλώσσα που οι μαχητές δεν τη γνωρίζουν, και μάλιστα παραγεμισμένο με βαρβαρισμούς. Το ίδιο τροπάρι ψάλλεται σε γάμους, σε γεννήσεις, καθώς και σε δολοφονίες: κάτι που είναι ασυγχώρητο κυρίως για μια χώρα φημισμένη για τα καινούργια της τραγούδια.
Η φυσική θρησκεία χιλιάδες φορές εμπόδισε τους πολίτες να εγκληματούν. Μια ευγενική ψυχή δε θέλει κάτι τέτοιο∙ μια τρυφερή ψυχή φοβάται. Φαντάζεται ένα Θεό δίκαιο και ανταποδοτικό. Αλλά η επίπλαστη θρησκεία ενθαρρύνει όλες τις ωμότητες που γίνονται από κοινού, όπως συνωμοσίες, στάσεις, ληστείες, ενέδρες, καταλήψεις πόλεων, λεηλασίες, φόνους. Ο καθένας οδεύει χαρούμενα προς το έγκλημα, με το λάβαρο του αγίου του στο χέρι. Παντού πληρώνουν δημαγωγούς για να εορτάσουν αυτές τις αιματηρές ημέρες∙ Μερικοί φορούν ένα κολλητό μαύρο ένδυμα μ’  ένα κοντό πανωφόρι∙ άλλοι φορούν πουκαμίσα πάνω από την τήβεννο∙ άλλοι πάλι φορούν πάνω από την πουκαμίσα τους δυο κομμάτια από παρδαλό ύφασμα, να κρέμεται αριστερά και δεξιά από το λαιμό τους. Όλοι μιλούν ακατάπαυστα∙ αναφέρουν τι έγινε κάποτε στην Παλαιστίνη, σχετικά με μια μάχη στη Βετεραβία.
 Όλο τον υπόλοιπο καιρό, οι άνθρωποι αυτοί αγορεύουν κατά της αμαρτίας. Αποδεικνύουν με τρία επιχειρήματα, με θέσεις κι αντιθέσεις, πως οι γυναίκες που απλώνουν λίγο κοκκινάδι στα δροσερά τους μάγουλα θα είναι το αιώνιο αντικείμενο, των αιώνιων ποινών, του Αιώνιου Πατέρα∙ πως ο Πολύτευκτος και η Αθαλία είναι έργα δαιμονικά, πως κάποιος που σερβίρει στο τραπέζι του θαλασσινά αξίας διακοσίων σκούδων, τις μέρες της νηστείας, έχει κερδίσει, εκ του ασφαλούς, τη σωτηρία της ψυχής του, ενώ ο φουκαράς που τρώει αρνί για δυόμισι πεντάρες πάει στο διάβολο για τα καλά.
Έχουν γραφτεί πέντ’  έξι χιλιάδες ρητορικοί λόγοι αυτού του είδους, και από αυτούς μόνο οι τρεις ή τέσσερις που έχει γράψει ένας Γαλάτης, ονόματι Μασιγιόν, μπορεί να τους διαβάσει ένας έντιμος άνθρωπος χωρίς να αηδιάσει∙ αλλά σ’  όλους αυτούς τους λόγους, μήτε έναν δε θα βρειτε όπου να τολμά ο ρήτορας να ορθώνει το ανάστημα του εναντίον αυτής της μάστιγας και αυτού του εγκλήματος που είναι ο πόλεμος, που κλείνει μέσα του όλες τις μάστιγες και όλα τα εγκλήματα. Οι δύστυχοι δημαγωγοί καταγγέλλουν ασταμάτητα τον έρωτα, τη μόνη παρηγοριά του ανθρώπινου γένους, το μόνο μέσο για τη βελτίωση του∙ αποσιωπούν τις τρομερές προσπάθειες που καταβάλλουμε για να τον αφανίσουμε.
Ω! Μπουρνταλού! Επικρίνατε με τα αυστηρά κηρύγματα σας τη διαφθορά. Γι’  αυτά όμως τα φονικά που ποικίλλουν κατά χίλιους τρόπους, γι’  αυτές τις αρπαγές, γι’  αυτές τις ληστείες, γι’  αυτή την παγκόσμια λύσσα που ερημώνει τον κόσμο, τι κήρυγμα κάνατε; Όλες οι διαστροφές μαζί, όλων των τόπων και όλων των αιώνων, δεν θα ισοδυναμούσαν ποτέ με τα δεινά που προκαλεί μια και μόνη πολεμική εκστρατεία.
Άθλιοι θεραπευτές ψυχών, φωνάζετε για πέντε τέταρτα της ώρας για μερικά τσιμπήματα βελόνας, δε λέτε όμως τίποτε για την αρρώστεια που μας κατακρεουργεί! Ηθικολόγοι φιλόσοφοι, κάψτε όλα σας τα βιβλία. Όσο τα καπρίτσια μερικών ανθρώπων θα αφανίζουν νομίμως εκατοντάδες αδέρφια μας, τα γραφτά σας που αφιερώνονται στους πολεμικούς ηρωισμούς θα είναι ό,τι πιο αποτρόπαιο υπάρχει σ’  ολόκληρη τη φύση.
Τι θα απογίνουν και τι με νοιάζει ο ανθρωπισμός, η αγαθοεργία, η μετριοφροσύνη, η μετριοπάθεια, η πραότητα, η φρόνηση, η ευλάβεια, όταν μισή λίβρα μολύβι, που ρίχνεται από εξακόσια βήματα μακριά, μου τσακίζει το σώμα και χάνομαι στα είκοσι μου χρόνια με ανείπωτους πόνους, ανάμεσα σε άλλους πέντ’  έξι χιλιάδες ετοιμοθάνατους, όταν τα μάτια μου που ανοίγουν για τελευταία φορά βλέπουν την πόλη όπου γεννήθηκα να καταστρέφεται απ’  το σίδερο και τη φωτιά, όταν οι τελευταίοι ήχοι που ακούν τ’  αυτιά μου είναι οι κραυγές των γυναικών και των παιδιών που ξεψυχούν κάτω απ’  τα ερείπια, και όλα αυτά για τα υποτιθέμενα συμφέροντα ενός ανθρώπου που ούτε καν τον ξέρουμε;
Αυτό που είναι ακόμη χειρότερο είναι ότι ο πόλεμος είναι μια αναπόφευκτη μάστιγα. Εάν προσέξουμε, όλοι οι άνθρωποι λάτρεψαν το θεό Άρη: στους Εβραίους, Σαβαώθ σημαίνει Θεός των όπλων∙ κι όμως, η Αθηνά στον Όμηρο αποκαλεί τον Άρη οργισμένο, άμυαλο και καταχθόνιο Θεό.
———————————
Εξηγήσεις: 1). Louis Bourdaloue: Γάλλος ιεροκήρυκας [1632-1704], ο οποίος εντυπωσίασε με την αυστηρή του ηθική και το ύφος των κηρυγμάτων του.
2). I. M. Massillion [1663-1742]: ιεροκήρυκας και καθηγητής της Ρητορικής. Απήγγειλε τον επικήδειο του Λουδοβίκου ΙΔ. Κατήγγελλε τη μάστιγα του πολέμου και τους κινδύνους που προέρχονταν από την άσκηση της εξουσίας.
Advertisements
This entry was posted in ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ and tagged . Bookmark the permalink.

Γράψτε ένα σχόλιο.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s