Ταξίδι,ένα παραμύθι γιά ονειροπόλους,φιλοσοφούντες αναζητητές τών λησμονημένων Ονείρων.

?????????????????????????????????????(Πρός τόν Κόσμο που αγνοείς καί γνωρίζεις Ψυχή, άς ταξιδέψουμε . . .)

 Το φως εσβηνε αργα πανω απ τις βουνοκορυφες.Δυο γερακια εκαναν κυκλους  αναμεσα στα εναλασσομενα χρωματα του Ουρανου τις τελευταιες στιγμες της Ημερας.Τα συννεφα,πυρινα κινουνταν προς το βορρα.Εκλεισε τα ματια του για να κλεισει μεσα του ολην αυτην την ομορφια που απλοχερα σπαταλιοταν παραχωρωντας τη θεση της στο σκοταδι..Οταν τα ξανανοιξε αναμεσα στις γκριζες γραμμες του αποβραδου ειδε να στεκει μπρος του ένα κοριτσι στα λευκα ντυμενο.Ενα κοριτσι π’ αντικρυζε για πρωτη φορα κι όμως από καπου του ηταν γνωριμο.Καποιες αχνες κι αδιευκρινιστες μνημες  του ξυπνουσε..Σαν από μακρυνα ταξιδια της Ψυχης κι από τα παιδικα του ονειρα.Εμεινε για λιγο σιωπηλος,προσπαθωντας να συνειδητοποιηση αν οντως βρισκοταν σε καποιο ονειρο.Μα όχι.Ηταν εντελως ξυπνιος και με εντελως καθαρη αντιληψη.’’Καλησπερα…Ποια εισαι;’’ ειπε αφου αφησε να περασουν καποιες στιγμες.Εκεινη χαμογελασε.’’Καποτε καποιοι μ ελεγαν Κρυσταλλια.Μα ειχα κι αλλα ονοματα.Στον Κοσμο μου κανεις δεν εχει μονο ένα ονομα και τιποτα δεν εχει μονο μιαν οψη’’.’’Στον Κοσμο σου;’’ ’’Ναι…Καποτε σ επισκεπτομουν στα ονειρα σου.Τωρα ηρθα να σε παρω,να παμε ένα μακρινο ταξιδι.Στον Κοσμο που γεννηθηκε απ τα ονειρα σου και συναμα γενναει τα ονειρα σου.’’Εκεινος την περιεργαστηκε για λιγο…’’Καλα….Πως θα παμε όμως;Εσυ εδώ πως ηρθες;’’ ‘’Γιατι νομιζεις ότι είναι τοσο δυσκολο;Καθολου μακρυα δεν εναι οι δυο αυτοι Κοσμοι.Μπλεκονται ο ενας μεσα στον αλλον.Πως νομιζεις ότι  κάθε που κοιμασαι βρισκεσαι αναμεσα τους;Γιατι ενώ σ αυτόν τον Κοσμο εισαι εξ ολοκληρου σ εκεινον πηγαινει μονη η Ψυχη σου κι ετσι βρισκεσαι μεταξυ δυο Κοσμων.Ομως τωρα ξυπνιος θα βρεθεις στον ονειροκοσμο σου.Αν το θελεις.Κι αν δεν φοβασαι πολύ.’’ ‘’Παμε.’’

 Ετσι μολις που ειχε πεσει για τα καλα το σκοταδι ξεκινησαν να βαδιζουν μαζι προς ένα κοντινο δασος.Κι υστερα αναμεσα στα δενδρα.Βαδιζαν πλαι πλαι ολη τη Νυχτα ωσπου τη στιγμη που το λυκοφως αρχισε να ξηλωνει τα πεπλα του σκοταδιου εφτασαν μπροστα σ ένα τεραστιο και παραξενο δεντρο σκεπασμενο ολοκληρο με βρυα και τυλιγμενο με κισσους.Ο κορμος του ηταν χοντρος οσο εννεα κανονικων δεντρων και ειχε το αναλογο υψος.Τοτε σταματησαν.Η κοπελα πλησιασε τον κορμο,τον αγγιξε σ ένα συγκεκριμενο σημειο και τοτε κατι πολύ παραξενο αρχισε να συμβαινει…Η γη κατω απ τα ποδια τους αρχισε να τρανταζεται κι ο κορμος του δεντρου να κινειται και σιγα-σιγα ν χωριζεται στα δυο σχηματιζοντας ένα μονοπατι.

 Τοτε τον επιασε απ το χερι και προχωρησαν μεσα στο χωρισμα.Υστερα από λιγα λεπτα,ακριβως τη στιγμη που η Αυγη εβαφε μ όλα τα χρωματα που μπορει κανεις να φανταστει τον οριζοντα εφτασαν στην άλλη ακρη.Και δεν βγηκαν από σκισμενο κορμο,αλλα από σκισμενο βραχο.Και μπρος τους απλωνοταν ολοφωτη  η θαλασσα.

 Τριγυρω υπηρχαν μονο βραχια κι αναμεσα τους ανθιζαν κυκλαμινα.Αρχισαν ν ανεβαινουν τα βραχια ενώ κι οι ιδιοι  πια φωτιζονταν απ τα χρωματα της Αυγης.Ενω προχωρουσαν μικρες διαφανες πεταλουδιτσες αρχισαν να χορευουν γυρω τους.’’Που παμε τωρα;’’ειπε εκεινος. ‘’Πηγαινουμε προς το Μαγεμενο Δασος κι όταν περασουμε από εκει θα κανουμε την πρωτη μας σταση.

 Όταν εφτασαν στην κορυφη του λοφου που σχηματιζαν τα βραχια,το τοπιο εγινε εντελως διαφορετικο.Χωμα καλυπτε το βραχωδες ως εκει εδαφος το οποιο απ αυτην την πλευρα αρχισε παλι να κατηφοριζει αποτομα σχηματιζοντας ωστοσο μονοπατι.Σε καποιο μαλιστα σημειο του μονοπατιου στα δεξια τους υπηρχε ένα στενο ακομη πιο κατηφορικο περασμα που εβγαζε σ ένα φαραγγι.’’Ας κατεβουμε λιγο’’της ειπε.’’Ενταξει…’’και αρχισαν να κατεβαινουν.δεξια κι αριστερα τους υπηρχαν ανθοφορτωμενες αγριοτριανταφυλλιες.Στο τελος του μονοπατιου το φαραγγι πλαταινε.Απ τη δυτικη πλευρα το περιτοιχιζαν κυπαρισσια,Νοτια  το μονο που μπορουσε κανεις να δει ηταν κισσος που από καπου κρεμοταν.Ανατολικα υπηρχαν τριανταφυλλιες και βορεια αναμεσα σε δυο μεγαλα πευκα υπηρχε μια πηγη με παγωμενο νερο.Το υπολοιπο εδαφος ηταν γεματο ανεμωνες,ιριδες και καμπανουλες.

 Ακριβως στο κεντρο υπηρχε ένα μεγαλο ελαιοδεντρο.Ηπιαν νερο απ την πηγη κι υστερα ακουσαν ένα παραξενο τραγουδι συνοδεια τυμπανου.Στραφηκαν κι αντικρυσαν ένα πανεμορφο και  ασυνηθιστο θεαμα,καθως νυμφες διαφανες σχεδον  χορευαν γυρω απ το δεντρο και συνεχως ξεπροβαλαν περισσοτερες μεσα απ ο,το φυτρωνε γυρω απ το φαραγγι κι ακομα μες απ την πηγη,καποια στιγμη τους πλησιασαν τους πλαισιωσαν και τους παρεσυραν κι αυτους στον εκστατικο χορο τους.

  Ξαφνικα βρεθηκαν ξανα στο μονοπατι απ οπου ειχαν κατεβει.’’Ας προχωρησουμε λοιπον προς το Δασος’’.’’Ειναι στ αληθεια μεγεμενο;’’ ‘’Ναι.Ζει μαλιστα εκει και μια μαγισσα,αλλα δεν μιλαει και πολύ.Δεν ασχολειται με τους περαστικους’’.’’Τι το μαγικο εχει;’’ ‘’Πολλα πραγματα…Θα δεις όταν φτασουμε’’.

 Από πανω τους πετουσαν δυο γερακια μ ασημενια φτερα.Το πεταγμα τους εμοιαζε και κεινο με χορο.’’Κι αυτά χορευουν.Οπως όλα τα πραγματα.Σ έναν κοινο ρυθμο.’’ Της ειπε. ‘’Ναι…Εχεις προσεξει κατι;’’ ‘’Τι;’’ ‘’Ακου τον ανεμο,αφουγκρασου το θροισμα των φυλλωματων,νιωσε το βουητο του δεντρου όταν κυκλοφορουν χυμοι στον κορμο και τα κλαδια του,προσεξε τη μουσικη των κυματων κοιταξε τις κινησεις των πουλιων όταν σε σμηνη κανουν κυκλους,ακου την αναπνοη σου,τη ροη του αιματος στης φλεβες σου.Ολα ακολουθουν έναν κοινο ρυθμο.Εναν συγκεκριμενο παλμο.’’

 Τοτε εφτασαν σ ενα συδεντρο το οποιο εβγαζε σ ένα ξεφωτο κι υστερα  ένα πολύ πυκνο δασος εκοβε αποτομα το μονοπατι.Καθως πλησιαζαν τα δεντρα παραμερησαν τα κλαδια τους και τους εκαναν χωρο να περασουν.Ετσι βρεθηκαν στο σκοτεινο δασος.Τα δεντρα ηταν αρκετα πυκνα.Μανηταρια φυτρωναν παντου.Απ το βαθος όμως,εκει που θα επρεπε να βρισκεται το κεντρο του δασους  εφτανε μια λαμψη.

 Ξαφνικα ειδαν ένα πολύ παραξενο πλασμα απιστευτα εκνευρισμενο να περναει βιαστικα από μπροστα τους.Θυμιζε λιγο ξωτικο ,αλλα ηταν πολύ ασχημο.’’Αυτο είναι το Ρουμπελστιλσιεν.Θυμωσε όταν ενας κυνηγος αποκαλυψε στη βασιλισσα ενός παραμυθιου τα ονομα του.Απο τοτε εχει ξεχασει το λογο που είναι θυμωμενο,αλλα δεν εχει ακομα ξεχασει το θυμο του.Κι επειδη δε θυμαται με ποιον είναι θυμωμενο ,γκρινιαζει με ολους και όλα’’.’’Ζουν και παραμυθοπλασματα εδώ;’’ ‘’Τι μαγεμενο δασος θα ηταν χωρις παραμυθοπλασματα;Δε θα δουμε πολλα όμως.Αποφευγουν κι αυτά τους περαστικους σαν τη Μαγισσα.’’ ΄΄Είναι κακια;’’ ‘’Ποια;’’ ‘’Η μαγισσα’’. ‘’Οχι.Ειναι απλως μαγισσα.Και μαντισσα.Αλλα δεν ασχολειται με τους ξενους…Ουτε και με τους ντοπιους.’’ ΄΄Μαλιστα…’’

  Προχωρωντας ειδαν δυο νανους που μαλωναν για το πώς ηταν ποιο ευκολο να μετακινηθει ενας κορμος,έναν βατραχο που εψαχνε να βρει μια πριγκιπησσα,τον έναν απ τους τρεις κλεφτες που αναρωτιωταν πως θα γινει να εξαφανισει τον ελεφαντα της γιαγιας που παντα τους χαλουσε τα σχεδια,μια νεραιδα που βαριοταν τρομερα , έναν σκατζοχοιρο που εψαχνε μια γερη χτενα για τα αγκαθια του και μια σπασμενη σακορραφα που δηλωνε παντου πως ηταν πολυτιμη καρφιτσα.

  Προχωρωντας αναμεσα στα δεντρα και τα παραξενα οντα ,εφτασαν καποτε σ ένα ξεφωτο ακριβως στη μεση του Δασους οπου βρισκοταν το σπιτι της ΜαγισσαςΗ λαμψη προερχοταν από εκατομυρια πυγολαμπιδες που ηταν καθισμενες επανω στους τοιχους ,ετσι που δεν φαινονταν οι τοιχοι,αλλα μονον οι πυγολαμπιδες.

  Εμειναν για λιγο να κοιταζουν σιωπηλοι το απιστευτο θεαμα…..Ξαφνικα οι πυγολαμπιδες σ ένα σημειο αρχισαν να υποχωρουν κι ανοιξε κατι σαν πορτα.Απο μεσα φανηκε μια πολύ παραξενη γυναικα που αρχισε να τους μιλαει ετσι:’’Για καποιους το ταξιδι αυτό φανταζει αδυνατο.Και να που ζωντανος ανθρωπος βρισκεται στο Δασος μου,επειδη δεν φοβηθηκε το Αγνωστο και ακολουθησε το Αδυνατο…Το ταξιδι αυτό και οι Δρομοι που υπαρχουν μπροστα σας είναι καταδικοι σας και σπουδαιοι -οσο σπουδαιο μπορει να είναι ένα τετοιο ταξιδι’’.

 Βγαινοντας απ το Δασος το τοπιο ηταν ερημικο,αγριο.Τριγυρω υπηρχαν μονο κουμαρα και ρεικια.Περπατουσαν αμιλητοι όταν ξαφνικα μ ένα φυσημα σηκωθηκε σκονη….Σταματησαν και κοιταχτηκαν.Ενα μικρο τρανταγμα στην αρχη…Η γη αρχισε να τρεμει. . . ‘’Σεισμο κανει;’’ ‘’Δεν ξερω…     Δικος σου Κοσμος είναι!’’ ‘’Ναι,αλλα απ τα δικα σου ονειρα εγινε!’’ Τοτε ένα φιδι τεραστιο εμφανηστικε μεσα από μια σπηλια του σωμα του εμοιαζε φτιαγμενο από πηλο και με αρκετη ταχυτητα τους πλησιαζε…΄΄Παμε,παμε!΄΄ ‘’Που όμως;’’ ‘’Στα αλογα;’’ ‘’Ποια αλογα;’’ ‘’Αφου είναι δικα μου τα ονειρα,πισω από εκεινον το βραχο βρισκονται δυο αλογα’’.

Πραγματικα,συντομα βρηκαν δυο αλογα ένα μαυρο κι ένα λευκο.Πριν όμως προλαβουν ν ανεβουν το φιδι του προλαβε:’’Γιατι τρεχετε;Νομιζετε ότι μπορω να σας κυνηγαω τοσων αιωνων φιδι!Λαχανιασα!’’ ‘’Μιλας;’’ ‘’Που το περιεργο;Συζητουσες με μια σπασμενη σακοραφα και απορεις που μιλαω εγω;’’ ‘’Σωστα…’’ ‘’Ναι σωστα.Εγω ηρθα μονο να σας πω να προσεχετε’’.’’Τι πραγμα;’’ Εισαστε σε αβεβαιο  Κοσμο.Ολα ανατρεπονται κι όλα είναι δυνατα’’.’’Ετσι κι αλλιως.Σε ολους τους Κοσμους που γνωριζω εγω’’.’’Καλα,αλλα όλα χανονται τοσο γρηγορα όπως εμφανιζονται…’’’’Ναι.Και λοιπον;’’ ‘’Γυριστε πισω.Ειναι πιο σταθερα τα πραγματα εκει’’.’’Δε χρειαζεται.Εμεις θελουμε να δουμε αυτά που δεν είναι τοσο σταθερα’’.’’Καλα,κανετε ο,τι νομιζετε’’.

 Ακριβως αυτό εκαναν.Ανεβηκαν στα αλογα και καλπαζαν μεχρι που το τοπιο ξαναλλαξε κι εγινε βραχωδες.Ξαφνικα,βρεθηκαν σε μια παραλια με την απεραντη θαλασσα ν απλωνεται ξανα μπροστα τους.’’από πού παμε τωρα;’’τη ρωτησε.’’Δεν ξερω…Ποτε πιο πριν δεν εφτασα περα από το Δασος…’’Αποφασισαν τοτε να ρωτησουν ένα δελφινι.’’Α!’’Ειπε εκεινο’’Μονο μεσα από τη θαλασσα…Δεν υπαρχει άλλος δρομος’’.’’Και προς τα πού’’.’’Θα σας οδηγησει η Αλια,η γοργονα,παω να τη φωναξω’’.Πηγε να τη φωναξει κι υστερα από λιγο επεστρεψε μαζι της.’’Θα σας παω μεχρι την εξοδο,ακολουθηστε με’’.Κολυμπουσαν για αρκετη ωρα,μεχρι που αρχισε η θαλασσα,παροτι καθολου δεν φυσουσε να φουρτουνιαζει και σιγα σιγα να αγριευει ολο και περισσοτερο ωσπου εφτασε σε σημειο να μαινεται…’’Ως εδώ μπορω να ερθω εγω’’.Ειπε η γοργονα.’’Τωρα οπου και να κατευθυνθειται θα βρειτε την εξοδο’’.Κι εφυγε.Συνεχισαν να κολυμπουν ,η μαλλον  να παρασερνονται απ τα κυματα ωσπου βρεθηκαν στο χειλος μιας τεραστιας ρουφηχτρας.’’Ελα κοντα μου μη χαθουμε σ αυτόν το χαμο’’.Σφιχταγκαλιαστηκαν και καποια στιγμη συνειδητοποιησαν ότι η ρουφηχτρα τους τραβουσε ολο και βαθυτερα,μεχρις οτου εχασαν τις αισθησεις τους.Οταν συνηλθαν βρισκονταν μεσα σε μια λιμνουλα που σχηματιζε ένας καταρρακτης με αλμυρο νερο στη μεση ενός τεραστιου ανθισμενου ροδοκηπου…

  Αρχισαν να περπατουν αναμεσα στις τριανταφυλλιες  μεχριπου το εδαφος σταματουσε αποτομα μπροστα τους κι ενας δυνατος ανεμος σηκωθηκε. Φυσουσε τοσο δυνατα που τους παρεσυρε και θα επεφταν στον γκρεμο αν δεν συνεβαινε κατι αναπαντεχο:Δυο αφυσικα τεραστια γερακια τους αρπαξαν και πετωντας μεσα στον  αγριο ανεμο τους αφησαν σωους στην απεναντι πλευρα.Ειχε νυχτωσει.Η Σεληνη ολοφωτη ταξιδευε στον ουρανο από πανω τους.Ο ανεμος λυσομανουσε ακομα,όταν ένα ουρλιαχτο εφτασε στ αφτια τους.Ειδαν τοτε δυο λευκους Λυκους να στεκονται απεναντι τους.’’Το τελος του ταξιδιου είναι κοντα’’.Ειπε ο ενας λυκος.’’Μα πως θα γυρισουμε; Αφου ηρθαμε απ την αντιθετη πλευρα’’.’’άλλη είναι η εισοδος και άλλη η εξοδος’’Ειπε ο δευτερος Λυκος.Κι εξαφανιστηκαν.

 Περπατουσαν ως το ξημερωμα.Ανεβαιναν ξανα αποκρημνα βραχια…Η Αυγη ειχε ηδη αρχισει να τυλιγει με ονειρεμενα χρωματα τον Κοσμο…Μικρες  φλογιτσες,πεταλουδες από φωτια πετουσαν ολογυρα…Κατω απ την εξοδο αυτην τη φορα δεν υπηρχε θαλασσα από νερο μα από υγρη φωτια…Λαβα.’’Τωρα  πρεπει να επιστρεψεις στον Κοσμο σου’’.Την κοιταξε στα ματια.’’Κι εσυ που θα πας;’’ ‘’Στο δικο μου Κοσμο.Να ερχεσαι που και που όταν κοιμασαι’’.Ξαφνικα ακουστηκε ουρλιαχτο Λυκου,την ιδια στιγμη ενας ανεμοστροβιλος περασε πολύ κοντα τους,ενώ δυο γερακια πετουσαν και παλι πανω απ τα κεφαλια τους…Ο αερας παγωσε παρα τη φωτια που επικρατουσε.’’Πηγαινε εσυ,εγω επιστρεφω στον Κοσμο μου’’ξαναειπε εκεινη.Τοτε ακουστηκε ένα περιεργο βουητο….Ενα λευκο φτερωτο αλογο πλησιασε και ττην πηρε μαζι του στην πτηση του…Ξαφνικα,ενώ πετουσαν πανω απ την Αβυσσο του Πυρος ένα δυνατος ανεμος φυσηξε και την παρεσυρε μακρυα απ το αλογο,το οποιο συνεχισε να πεταει προς την κατευθυνση του Μαγεμενου Δασους. . . . . .

Advertisements
This entry was posted in ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ and tagged . Bookmark the permalink.

Γράψτε ένα σχόλιο.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s