ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΝΕΚΡΟΔΕΙΠΝΟΣ -Άγγελος Σικελιανός

Άγγελος Σικελιανός

Άγγελος Σικελιανός

(Ώ Διόνυσε-Άδη θείε μού παραστάτη)

Καρτερούσαν οί φίλοι μού ν ακούσουν

νέα φλογερά τραγούδια ν ανατείλουν

στά χε’ιλη μού όπως ξέρανε από πάντα

τήν αρτηρία τού λόγου μού νά σφύζει

σάν πύρινο ποτάμι,κι όπως μ’ είχαν

σέ μακρινό τραπέζι καλεσμένο

έξω άπ’ τή χώρα,σέ μεγάλο δώμα

μ’ ανοιχτά τά παράθυρα σέ κήπους

βαθιούς καί μ’ όλα πάνωθέ τούς τ’ άστρα . . .

Καί μέ ρόδα είχαν άλικα στολίσει

τό λινό μές στή μέση άπ’ τά κρουστάλλια

όπου ευωδιές λιγωτικές αφήναν

καί σ’ ασημένιους μέσα κεροστάτες

κεριά είχαν αναμένα,πού στή λίγη

τ’ αέρα πνοή,τίς φλόγες τούς λυγίζαν

μακριές,εδώ κι εκεί,χωρίς νά σβήνουν . . .

Κι αμίλητοι γευόμαστε μπροστά μάς

τό λιτό δείπνο,τί άθελά μάς όλοι

τήν ίδια σκέψη εκλ΄πωθαμεν . . .άλλ’ όταν

ανοίχτει ομπρός μάς τό κρασί τό μαύρο

πού φίλος επιστήθιος τό ‘χε φέρει

γιά μένα,αδρό γιατ’ ήταν κι ευωδούσε

σάν τού Διονύσου το χυμένον αίμα,

γυρίζοντας εκείνος πρός εμένα

τρανό ποτήρι ξέχειλο ξέχειλο,μέ τό ίδιο

καλώντας μέ όνομά μού:»Άγγελε»μού ‘πε,

»άν τώρα θές δώσε φωνή στή νύχτα . . .»

Καί τότ’ εγώ:»Στή νύχτα τούτη,φίλε

ζητάς φωνή νά δώσω π’ όπως τό ίδιο

ποτήρι πού κρατάς,ώς τό στεφάνι

γεμάτο,λές τό σύνορο έχει βάλει

στίς ψυχές μάς τό ακρότατον,οπού ‘ναι

τό σύνορο τής ίδιας σιωπής μάς;

Πές ποιός εγνοιάστη ετούτο τό τραπέζι,

ή στάθηκε από πάνω ιεροφάντης

νά τό στολίσει,κι είναι σά μεράδι

τού Πλούτωνα ιερό,σάν πυργωμένος

ερημικός νεκρόδειπνος,όπου όλων

μπροστά τού ή σκέψη κλαίει καί λειτουργάει

μνημόσυνο βαθυά τής;Τί όπως σ’ ένα

σπειρί σταριού τό φτερωτό μυρμύγκι

πέφτει φουσάτο απάνω τού,παρόμοια

λογιάζω έχουν κυκλώσει αυτό τό δείπνο

ψυχές νεκρών πού μέσα μάς ξυπνάνε,

ψυχές αντρών πού εμείς κι ή αιώνια νύχτα

βαθιά ‘χουμε τ’ αχνάρι τούς κρατήσει,

σάν,πιό ψηλά άπ’ τή βίγλα τού θανάτου,

ανηφορούσαν σιωπηλοί στά βράχια

νά πιούν στού θάρρους τήν πηγή,μά κι άλλες

παλιές ψυχές αρίθμητες,μά κι άλλες

πολλές ψυχές τή νύχτα όπου γεμίζουν

-τί τώρα είναι πιότεροι οί νεκροί κι άπ’ όλους

τής γής τούς ζωντανούς-,πού από τή ζέστα

τής σιωπηλής καρδιάς μάς τραβηγμένες

καθώς οί πεταλούδες άπ’ τίς φλόγες

τραβιώνται τών κεριών,νά ξεκινάνε

τίς νιώθω από παντού,κι αφήσετέ τίς

νά φτάσουνε ώς εδώ ,ν’ απλοχερίσουν

αόρατες σέ τούτο τό τραπέζι

τού Πλούτωνα,σ’ αυτόν τόν πυργωμένο

νεκρόδειπνον,ώ φίλοι αφήσετέ τίς

νά ρθούν εδώ σέ μάς,νά γίνουμ’ ένα . . .

Κι άπ’ τό ποτήρι,φίλε,πού μού δίνεις

γεμάτο ώς τό στεφάνι καί πού,άν σκύψω

τήν όψη μού βαθιά τού,άπ’ άλλον κόσμο

λογιάζω πώς τή βλέπω αντισταλμένη,

κι άπ’ τό κρασί πού τό ‘φερες γιά μένα,

γιατ’ είν’ αδρόν,ώ φίλε,κι ευωδάει

σάν τού Διονύσου τό χυμένον αίμα

άς μεταλάβουμε όλοι,σάμπως μύστες

παλιοί άπ’ τ’ Αγαθοδαίμονα τό μέγα

τό κύπελο,βαθιά σιωπή κρατώντας

ώς τή στιγμή(κι άς μήν αργήσει,ώ φίλοι!)

πού θά μουγκρίσουν άξαφνα οί δυνάμεις

βαθιά μές στου θεού,κι ό μυκηθμός τού

πιό από σεισμού βοή,θά σκώσει αντάμα

φουσάτο,ζωντανούς καί πεθαμένους,

σέ θείο γιουρούσι . . .Κι όσογιά τά νέα

τά φλογερά πού θέλατε τραγούδια

ν’ ακούστε από τά χείλη μού,θά ‘ρτουνε

στήν ώρα τούς κι αυτά . . . ΄΄

έτσ’ είπα.κι όλοι,

σάν ένιωσαν καλά τό τί ζητούσα

κι άπ’ τό κρασί γευτήκανε κι άπ’ όλους

στερνός,σάν ό ιερέας πού καταλύει

τό δισκοπότηρο μές στ’ Άδυτο,ήπια

κι εγώ ώς τήν ύστερη τή στάλα,μόνοι

τό βήμα μάς τραβήξαμεν αγάλι

-ενώ ένα,ένα τά κεριά σβηνόνταν-

πρός τ’ ανοιχτά παράθυρα όπου,μαύρος

έναστρος τώρα ωκεανός ή νύχτα,

βουβούς μάς κράταε μέσα στόν παλμό τής . . .

Μά στά σκοτάδια μέσα κι άν κανένας

πιά δέ μιλούσε,από βαθιά μάς όλων

πρός τό ζόφο καί τ’ άστρα ανηφορούσε

μιάν ίδια ευχή καί γνώμη:»Εισάκουσέ μάς!

Ω Διόνυσε-Άδη,θείε μάς παραστάτη

συγκράτα τίς καρδιές μάς μέ τό μαύρο

τού πόνου σού κρασί,δυνάμωνέ τις.

προφύλλαξέ τίς άγγιχτες γιά κείνη

τήν ώρα πού αναπάντεχα ή κραυγή σού

πιό από σεισμού βοή,θά μάς σηκώσει

μέ τούς νεκρούς μαζί,στό θείο γιουρούσι!»

Advertisements
This entry was posted in ΔΙΑΦΟΡΑ, ΠΟΙΗΣΗ and tagged . Bookmark the permalink.

Γράψτε ένα σχόλιο.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s