Σονέτα.

W. Shakespeare

W. Shakespeare

William Shakespeare, Σονέτα.

14.

Την κρίση μου από τ’ άστρα δεν ανθολογώ,
αν και κατέχω, όπως νομίζω, αστρολογία,
όχι να λεω τη μοίρα, το καλό ή κακό,
την αλλαγή καιρού, αρρώστια, θεομηνία,

με δευτερόλεφτα του καθενού την τύχη                                     5
σαν ωροδείχτης, αέρα, βροχή, είτε κεραυνό,
είτε αν με τον παλατιανό η δουλεία του θα πετύχει,
ζητώντας τις μαντείες μου στον ουρανό.

Αντλώ απ’ τα μάτια σου τη γνώση, μου κι εκεί
στ’ άσφαλτα αστέρια τους διαβάζω’ άλλη μαγεία,                   10
πως ή αλήθεια κι η ομορφιά ‘θα πρόκοβαν μαζί
αν απ’ το εγώ σου ξέκοβες γι.α δημιουργία.

Αλλιώς για σένα τα προγνωστικά μου λένε πως
το τέλος, σου ομορφιάς κι αλήθειας τέλος και χαμός.

15.

Όταν συλλογιστώ για κάθε τι που αξαίνει
πως στην ακμή του στέκει μόνο μια στιγμή,
πως τούτη η θεόρατη σκηνή μόνο ίσκιους παρασταίνει,
που τ’ άστρα τους σχολιάζουνε μ’ επήρεια μυστική,

όταν θωρώ πως οι άνθρωποι σαν τα φυτά ωριμάζουν
με τη στοργή κι οργή του ίδιου αυτού ουρανού,
καυκιόνται οσά ‘χουν νέους χυμούς, ακμάζουν, παρακμάζουν
κι η ωραία στολή τους πάει της λησμονιάς και του χαμού,

τότε, όταν πιάνει ο νους μου αυτή την άστατη σειρά,
στην όψη μου σε φέρνει νιότη πάμπλουτη,
κι ο χαλαστής ο χρόνος συζητάει με τη φθορά
να κάμει την αυγή σου νύχτα ζοφερή.

Μα εγώ για την αγάπη σου θα πολεμάω τον χρόνο,
κι ό,τι σου παίρνει αυτός εγώ θα σου το αναπληρώνω.

16.

Αλλά γιατί δεν πολεμάς με μέσο πιο ισχυρό
αυτόν τον αιμοβόρο τύραννο τον χρόνο,
κι απ’ τη φθορά να οχυρωθείς με τείχος πιο γερό
απο τους στείρους στίχους μου που σ’ αφιερώνω;

Τώρα στέκεις στης ώρας σου την πιο αψηλή χαρά,                   5
και πλήθος κήποι κοριτσιών άσπαρτοι ακόμα
σεμνά ποθούν να σου γεννήσουν άνθη ζωντανά,
που να σου μοιάζουν πιο πολύ από εικόνα σου με χρώμα.

Έτσι γραμμές ζωής θα σε ανανιώνουν στη ζωή,
που οΰτε καιρού κοντύλι ουδέ η μαθήτρια μου η πένα              10
μπορούν με την εντός σου αξιά και την ωραία μορφή
να πλάσουν ζωντανον για ζωντανούς τον ίδιο εσένα.

Όταν τη δίνεις τότε την κερδίζεις την ψυχή σου,
και ζεις πλασμένος με καλλιτεχνία δική σου.

17.

Ποιος αύριο τους στίχους μου θα τους πιστεύει
κι αν ξέχειλοι είναι απ’ τις μεγάλες σου αρετές;
Μ’ αυτοί σαν τάφος είναι, θεούλη μου, που κλέβει
την ψυχή σου κι απ’ τ’ άλλα μισοδείχνει σκιές.

Αχ αν μπορούσα των ματιών σου να ‘γραφα το κάλλος
κι όλες τις χάρες σου ν’ αράδιαζα με νέους ρυθμούς,
το μέλλον θα ‘λεγε «ποιητής ψεύτης μεγάλος,
ποτέ δεν είδε η γη μας πλάσματα θεούς».

Χειρόγραφα μου κίτρινα από την πολυκαιρία
θα τα ‘βρισκαν πολλή φλυαρία γεροντική,
τον δίκαιον ύμνο σου ποιητική μανία,
σαχλό τραγούδι από ρομαντική εποχή.

Μ’ αν τότε κάποιος γόνος σου από σένα ζει,
θα ζεις στην ποίηση και σ’ αυτόν, ζωή διπλή.

18.

Να σε συγκρίνω με μια ημέρα θερινή,
είσαι πιο ωραία γλυκός και πιο σεμνά ζωηρός.
Τα αβρά του Μάη μπουμπούκια καίει μια ριπή
κι έχει μικρή διορία ο πάγκαλος καιρός.

Πότε το ουράνιο μάτι υπέρμετρα φλογίζει,
πότε η χρυσή του η όψη θολοθαμπωμένη,
πότε το κάθε ωραίο από τ’ ωραίο ξεφτίζει,
τυχαία είτε πορεία της φύσης το μαραίνει.

Μα το έαρ σου το αιώνιο δε θα ξεθωριάσει,
ούτε θα χάσει από τ’ ωραίο το δικό σου,
ο Χάρος δε θα καυκηθεί πως σ’ έχει πιάσει
αν με ρυθμούς αιωνίους περπατά ο καιρός σου.

Στήθια όσο θ’ αναπνέουν και μάτια θα θωρούνε,
ετούτοι θα σου δίνουνε ζωή γιατί θα ζούνε.

19.

Φάουσα χρόνε απάλυνε τ’ αρπόνυχα του λιόντα,
κάμε να τρώει η ίδια η γη τα τέκνα της τ’ αβρά,
ξερίζωνε απ’ του τίγρη τις μασέλες τ’ άγρια δόντια,
κάψε μες στο αίμα του τον μακροζωητον φοίνικα,

κάμε εποχές στο διάβα σου γελούσες, θλιβερές                          5
κι ό,τι άλλο θέλεις, χρόνε, με το βιαστικό σου βήμα
στον μέγαν κόσμο και στις γλύκες του όλες τις φθαρτές·
μόνο ένα εγω σου απαγορεύω απαίσιο κρίμα:

να μη χαράξουν οι ώρες σου το μέτωπο τ’ ωραίο
του ακριβού μου, ούτε να γράψει η πένα σου η σκληρή            10
σ’ αυτό, παρά διαβαίνοντας ανέγγιχτο άσ’ το, λέω,
δείγμα του Ωραίου στους ερχόμενους στη γη.

Ε, γερο-χρόνε, κάμε όσο κακό μπορείς, ωραίος
πάντα θα ζει στους στίχους μου ο αγαπημένος νέος.

20.

Γυναίκειαν όψη, που ‘βαψε το ίδιο της φύσης χέρι
έχεις συ, κυριε-κυρά του έρωτα μου, κι αν
γυναίκεια γλυκοψέματα η καρδιά σου δεν τα ξέρει
ούτε ν’ αλλάζει, μόδα που πολλές την προτιμάν,

το μάτι σου είναι πιο λαμπρό κι αγνό από μαργιολιές,              5
και σ’ οποίο αντικείμενο να πέσει το χρυσώνει.
Αντρίκεια είν’ η κοψιά σου, μέτρο για όλες τις κοψιές,
κλέβει ματιές αντρών, ψυχές γυναικείες τις θαμπώνει.

Γυναικα πρώτα σ’ έπλασε, μα στη δουλειάν επάνω
η φύση εσκανταλίστη και κατάφυγε σε απάτη,                        10
για να γελάσει εμένα να μην ξέρω τι να κάνω,
σου κόλλησε άχρηστο για μένα, πρόσθετο κομμάτι.

Μ’ αφού επλάστης με κεντρί γι’ απόλαψη των γυναικών,
δίκη μου ας είν’ η αγάπη σου κι η χρήση της χαρά εκείνων.

21.

Δεν είμαι η όποια μοόσα που, εμπνευσμένη απο
φτιασιδωμένη ωραία, στίχους αραδιάζει,
βάζει στολίδι της κι αυτόν τον ουρανό
και κάθε ωραίο στην ωραία του το ταιριάζει

και τη συγκρίνει, αυτή, γεμάτος περηφάνια
με ήλιο, φεγγάρι, γη, πετράδια του γιαλού,
πρώτους άνθους του Απρίλη κι όλα τα πιο σπάνια,
που κλει η θεόρατη αυτή σφαίρα τ’ ουρανού.

Ω! εγώ αγαπώ πιστά και γράφω μονο αλήθεια,
γι’ αυτό και, πίστεψε, είναι ωραίος ο καλός μου
σαν κάθε μάνας γιο, κι ας μη λάμπει όσο πλήθια
τα χρυσοκάντηλα στην οροφή του κόσμου.

Ας φλυαρούν όσοι αγαπούν να λεν σωρό,
δε διαφημίζω πράμα εγω που δεν πουλώ.

22.

Καθρέφτης δε με πείθει πως έχω γεράσει,
ενόσω η νιότη μια ηλικία με σένα πάει,
μα όταν και σένα ιδώ ο καιρός να σ’ έχει αργάσει,
θα ειπώ τι ο Χάρος τις ημέρες μου μετράει.

Γιατί όλο αυτό το κάλλος σου, η περιβολή σου,
μόνον στολή ‘ναι της καρδιάς μου, που είν’ εντός σου,
ζει μες στο στήθος σου, όπως μέσα μου η δική σου,
και πώς μπορώ ‘γώ να ‘μαι γεροντότερος σου;

Γι’ αυτό φυλάξου, αγάπη, καθώς κάνω εγώ
κι όχι για με, παρά για την καρδιά σου, αυτή
που εγώ την έχω και γι’ αυτήν ανησυχώ,
σαν στοργική νταντά για νήπιο μη βλαφτεί.
Μη λες καρδιά πως θα ‘χεις άμα εγώ θα σβήσω:
μου την εχάρισες, πια δεν την παίρνεις πίσω.

23.

Σαν ηθοποιός αρχάριος, που επάνω στη σκηνή
τα χάνει από τον φόβο του, ή σαν άγρια κράση
που ξέχειλη από υπέρμετρην οργή
σφίγγεται τόσο που η καρδιά της πάει να σπάσει,

έτσι δισταχτικός ξεχνάω όλον να ειπώ
τον κανόνα του τυπικού του ερωτικού,
κι από τον φόβο που με σφίγγει ξεψυχώ,
πνιγμένος απ’ το βάρος πόθου δυνατού.

Ας είναι τα βιβλία μου η ρητορική μου
κι άλαλοι χρησμολόγοι για όσα λέει η καρδιά,
συνήγοροι γι’ αγάπη και γι’ ανταμοιβή μου
πιο πολύ απ’ όσο πιο πολύ μπορεί η λαλιά.

Ω, διάβασε και νιώσε ό,τι έγραψε έρωτας βουβός:
ο έρωτας με τα μάτια ακούει, γι’ αυτό κι είναι κουφός

Advertisements
This entry was posted in ΠΟΙΗΣΗ and tagged . Bookmark the permalink.

Γράψτε ένα σχόλιο.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s