Γνώση και Φαινομενικότητα!

Φρειδερίκος Νίτσε, η Γέννηση της Τραγωδίας.friedrich-nietzsche

Αυτά τα ερωτήματα που έθετε στον εαυτό του, και που αποτελούν ισάριθμες προαισθήσεις, μας βοηθούν να εξηγήσουμε εδώ με ποιον τρόπο η επιρροή του Σωκράτη, ως σήμερα και για όλο το μέλλον, απλώθηκε στον κόσμο σαν ίσκιος που αδιάκοπα μακραίνει από τις ακτίνες ενός ήλιου που βασιλεύει. Αυτή η επιρροή δημιουργεί την ανάγκη μιας αέναης ανακαίνισης της τέχνης — και εννοώ την τέχνη με τη μεταφυσική πια σημασία της, την πιο ευρεία και την πιο βαθιά. Επειδή είναι απεριόριστη στον χρόνο, η επιρροή αυτή εγγυάται την απέραντη διάρκεια της τέχνης.

Πριν μπορέσουμε να κατανοήσουμε την αλήθεια αυτή, πριν αποδειχτεί αναντίρρητα πως κάθε τέχνη, από τον Όμηρο ως τον Σωκράτη, βρίσκεται στα χέρια των Ελλήνων, είχαμε απέναντι σ’ αυτούς τους Έλληνες τα αισθήματα που ένιωθαν οι Αθηναίοι απέναντι στον Σωκράτη. Σχεδόν όλες οι εποχές, σχεδόν όλες οι βαθμίδες της κουλτούρας προσπάθησαν, τουλάχιστον μια φορά η καθεμία, να χειραφετηθούν από τους Έλληνες, γιατί όλα όσα ωραία πράγματα είχαν δημιουργήσει, ακόμα κι όταν ήταν εντελώς πρωτότυπα, ακόμα κι όταν τα θαύμαζαν ειλικρινά, έχαναν αμέσως το χρώμα τους και τη ζωντάνια τους αν τα συνέκρινε κανείς με τους Έλληνες και μεταβάλλονταν σε αδέξιο αντίγραφο, ακόμα και σε γελοιογραφία. Και κάθε στιγμή ξεσπάει ακόμη μια φορά η υπόκωφη οργή, η μαζεμένη στα βάθη της καρδιάς, εναντίον αυτού του αλαζονικού λαού που είχε την τόλμη να χαρακτηρίσει με το επίθετο «βάρβαρος» καθετί που του ήταν ξένο. Ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι, λέμε, που χωρίς άλλο τίτλο εκτός από μια εφήμερη αίγλη, από θεσμούς κωμικά στενόκαρδους, από μια αμφίβολη ηθικότητα, και που δυσφημούνται με γεμάτες μίσος κακόλογες ονομασίες, διεκδικούν παρ’ όλα αυτά ξεχωριστή θέση ανάμεσα στους λαούς και την προνομιακή μεταχείριση που έχει η ιδιοφυΐα σε σχέση με το πλήθος; Δυστυχώς δεν είχαμε την τύχη ν’ ανακαλύψουμε το κώνειο που θα μας απάλλασσε μια για πάντα από έναν τέτοιο λαό, γιατί όλο το φαρμάκι του φθόνου, της συκοφαντίας και της μνησικακίας δεν κατάφερε να καταστρέψει τη γαλήνια λαμπρότητα τους. Έτσι, μπροστά στους Έλληνες δοκιμάζουμε ντροπή και δέος, εκτός αν, εκτιμώντας την αλήθεια πάνω απ’ όλα, τολμήσουμε να ομολογήσουμε πως οι Έλληνες κρατούν τα χαλινάρια του πολιτισμού μας και κάθε πολιτισμού, αλλά πως σχεδόν πάντα το άρμα και τα άλογα είναι πολύ κακής ποιότητας και ανάξια της δόξας των οδηγών τους και συνήθως, με τα ανόητα παιχνίδια τους, γκρεμίζουν τα άρματα στις αβύσσους, ενώ οι ίδιοι οι οδηγοί τις δρασκελίζουν μ’ ένα πήδημα, σαν τον γοργοπόδαρο Αχιλλέα.

Για ν’ αποδείξουμε πως ανάλογο καθοδηγητικό ρόλο είχε και ο Σωκράτης, αρκεί ν’ αναγνωρίσουμε στο πρόσωπο του τον τύπο ενός άγνωστου ίσαμε τότε ανθρώπινου τύπου: τον τύπο του θεωρητικού ανθρώπου, του οποίου στο εξής θα μελετήσουμε τη σημασία και τους σκοπούς. Όπως ο καλλιτέχνης, έτσι και ο θεωρητικός άνθρωπος βρίσκει σε καθετί που τον περιβάλλει απέραντη ικανοποίηση, και το αίσθημα αυτό τον προστατεύει, όπως και τον καλλιτέχνη, από την πρακτική φιλοσοφία του πεσιμισμού, που τα μάτια του γυαλίζουν μόνο στα σκοτάδια, όπως του λύγκα. Πραγματικά, ενώ ο καλλιτέχνης, σε κάθε νέο φανέρωμα της αλήθειας, αποστρέφει το πρόσωπο απ’ αυτή την αποκαλυπτική λάμψη και κοιτάζει πάντα γοητευμένος ό,τι εξακολουθεί να μένει σκοτεινό, παρ’ όλη αυτή τη λάμψη, ο θεωρητικός άνθρωπος τρέφεται από το θέαμα του σκοταδιού που υποχωρεί και νιώθει μιαν ανώτερη χαρά βλέποντας να έρχεται μια νέα, πάντα νικηφόρα και πάντα κυρίαρχη με την ίδια της τη δύναμη αλήθεια. Δεν θα υπήρχε επιστήμη αν είχε άλλο σκοπό από την αλήθεια κι αν δεν αφιερωνόταν αποκλειστικά σ’ αυτή την ολόγυμνη θεά και σε τίποτε άλλο: οι οπαδοί της θα προξενούσαν την εντύπωση ανθρώπων που σκοπεύουν ν’ ανοίξουν στη γη μια κάθετη τρύπα που να τη διαπερνά πέρα ως πέρα. Ο πρώτος βλέπει πως, ακόμα κι αν δουλεύει όλη του τη ζωή με τον μεγαλύτερο ζήλο, δεν θα κατορθώσει να τρυπήσει παρά μόνο ένα απειροελάχιστο τμήμα απ’ αυτό το απροσμέτρητο βάθος και πως το αποτέλεσμα της δουλειάς του θα σκεπαστεί και θα εξαφανιστεί από τη δουλειά του γείτονα του. Έτσι, ένας τρίτος θα φαινόταν πως ενεργεί πολύ λογικά αν έψαχνε να βρει νέο μέρος για το δικό του εγχείρημα. Αν τότε ένας από τους δυο κατορθώσει να αποδείξει αναντίρρητα πως  είναι αδύνατον μ’ αυτό τον τρόπο να φτάσει στους αντίποδες, ποιος θα θελήσει να επιμείνει ακόμα στο άνοιγμα του πρωταρχικού πηγαδιού, εκτός αν αποφασίσει, στο μεταξύ, να αρκεστεί στην ανεύρεση πολύτιμων λίθων ή των νόμων της φύσης; Γι’ αυτό ακριβώς ο Λέσσινγκ, ο πιο ειλικρινής από τους θεωρητικούς ανθρώπους, τόλμησε να διακηρύξει πως τον ικανοποιούσε περισσότερο η αναζήτηση της αλήθειας από την ίδια την αλήθεια. Έτσι, αποκαλύφθηκε, προς μεγάλη έκπληξη και θυμό των σοφών, το θεμελιώδες μυστικό της επιστήμης. Όμως, δίπλα σ’ αυτή τη μεμονωμένη ομολογία., σ’ αυτή την έκρηξη ειλικρίνειας, αν όχι επιπολαιότητας, διαπιστώνουμε μια παρανοϊκή αυταπάτη, που ενσαρκώθηκε για πρώτη φορά στον Σωκράτη: την πίστη ότι η σκέψη, οδηγημένη από την αιτιότητα, κατεβαίνει στις έσχατες αβύσσους της ύπαρξης, και ότι η σκέψη είναι ικανή όχι μόνο να γνωρίσει την ύπαρξη, αλλά και να την αναμορφώσει. Αυτή η ευγενική μεταφυσική αυταπάτη είναι ένα ένστικτο αχώριστο από την επιστήμη, την εξωθεί πάντα ως το τέρμα, όπου μεταμορφώνεται αναγκαστικά σε τέχνη. Αυτός είναι ο πραγματικός σκοπός στον οποίο στοχεύει ολόκληρος ο μηχανισμός.

Αν εξετάσουμε τώρα τον Σωκράτη υπό αυτό το νέο φως, θα μας φανεί σαν ο πρώτος που μπόρεσε όχι μόνο να ζήσει, αλλά ακόμα (που είναι και το σπουδαιότερο) να πεθάνει σε συμφωνία με αυτό το ένστικτο της γνώσης. Γι’ αυτό η εικόνα του θνήσκοντος Σωκράτους, του ανθρώπου που με τη σοφία του και τη λογική του ελευθερώθηκε από το φόβο του θανάτου, κρέμεται σαν θυρεός πάνω από την πύλη της σοφίας, για να υπενθυμίζει σε κάθε άνθρωπο ότι προορισμός του είναι να δίνει στην ύπαρξη του ένα κατανοητό περιεχόμενο και συνεπώς μια δικαίωση. Κι όταν οι λόγοι δεν είναι αρκετοί, επικαλείται και το μύθο που πριν από λίγο υπέδειξα σαν την αναγκαία συνέπεια ή μάλλον σαν τον πραγματικό σκοπό της επιστήμης.

 Ας εξετάσουμε συγκεκριμένα με ποιο τρόπο, μετά τον Σωκράτη, αληθινό μυσταγωγό της επιστήμης, οι φιλοσοφικές σχολές διαδέχτηκαν η μία την άλλη, όπως το ένα κύμα ακολουθεί το άλλο. Ας εξετάσουμε την ανύποπτη καθολικότητα αυτής της δίψας για γνώση, που απλώνεται στις πιο μακρινές ζώνες του πολιτισμένου κόσμου όπου επιβάλλει τη γνώση σαν το σκοπό που αξίζει σε κάθε άνθρωπο ο οποίος σέβεται τον εαυτό του και που η εξαιρετική του επικαιρότητα δεν μειώθηκε ποτέ. Ας φανταστούμε αυτόν τον επιστημονικό οικουμενισμό που περιβάλλει μ’ ένα κοινό δίκτυο σκέψης όλη τη γη, ελπίζοντας μάλιστα ν’ απλώσει τους νόμους του σε όλο το ηλιακό σύστημα. Αν προσθέσουμε σε όλα τούτα το εκπληκτικό ύψος όπου φτάνει στις μέρες μας η πυραμίδα της γνώσης, δεν θα μπορέσουμε να μη δούμε στον Σωκράτη την αποφασιστική στροφή και τον μοναδικό μοχλό για την κίνηση της Ιστορίας του κόσμου. Ας σκεφτούμε για μια στιγμή πως το ανυπολόγιστο άθροισμα δυνάμεων που αναπτύχθηκαν στην υπηρεσία αυτής της παγκόσμιας ροπής τέθηκε στην υπηρεσία όχι της επιστήμης, αλλά της πραγμάτωσης κάποιων πρακτικών, δηλαδή εγωιστικών πόθων των ατόμων και των λαών. Είναι πιθανό πως σ’ αυτή την περίπτωση, ανάμεσα στις αδιάκοπες μεταναστεύσεις λαών και τους εξολοθρευτικούς αγώνες, η ενστικτώδης αγάπη προς τη ζωή θα εξασθενούσε τόσο, και η έξη της αυτοκτονίας θα γενικευόταν τόσο ώστε το άτομο θα πίστευε, όπως ο ιθαγενής των νήσων Φίτζι, ότι επιτελεί υπέρτατο ηθικό καθήκον αν σκοτώσει τον πατέρα του και φιλικό καθήκον αν σφάξει το φίλο του. Αυτός ο πρακτικός πεσιμισμός θα μπορούσε να προκαλέσει μόνος του μια φρικαλέα ηθική, το δικαίωμα να εξολοθρευτούν ολόκληροι λαοί από οίχτο. Αυτός ο πεσιμισμός ήταν πάντα παρών, παντού όπου δεν ήρθε η τέχνη να προσφερθεί με οποιαδήποτε μορφή, συχνότερα μ’ εκείνη της θρησκείας ή της επιστήμης, σαν βάλσαμο και προστασία απέναντι σ’ αυτή τη δηλητηριώδη αναθυμίαση. Μπροστά σ’ αυτό τον πρακτικό πεσιμισμό, ο Σωκράτης είναι το πρώτο υπόδειγμα θεωρητικού οπτιμισμού που παρέχει στη δυνατότητα εμβάθυνσης των πραγμάτων, στη σοφία, στη γνώση τη δύναμη μιας οικουμενικής πανάκειας, θεωρώντας την πλάνη σαν το κακό καθαυτό. Η κατανόηση των βαθύτερων αιτίων των πραγμάτων, η διάκριση ανάμεσα στη γνώση και τη φαινομενικότητα από τη μια μεριά και στο σφάλμα από την άλλη, ήταν για τον σωκρατικό άνθρωπο ο πιο ευγενής προορισμός, ο μόνος άξιος για την ανθρωπότητα. Από τον Σωκράτη και πέρα, αυτός ο μηχανισμός των ιδεών, των κρίσεων και των συλλογιστικών συμπερασμάτων θεωρήθηκε σαν η υπέρτατη έρευνα και το πιο αξιοθαύμαστο χάρισμα της φύσης, ανώτερο απ’ όλες τις άλλες ιδιότητες. Ακόμα και οι πιο ευγενείς ηθικές πράξεις, οι παρορμήσεις για ευσπλαχνία, θυσία, ηρωισμό, καθώς και αυτή η ψυχική κατάσταση που είναι τόσο δύσκολο να πετύχουμε, που μοιάζει με τη σιωπηλή γαλήνη της ασάλευτης θάλασσας και που ο απολλώνιος Έλληνας την αποκαλούσε σωφροσύνη, όλα αυτά, για τον Σωκράτη και τους διαδόχους του, ως τους πιο σύγχρονους οπαδούς του, αφορούν τη διαλεκτική της γνώσης και συνεπώς είναι διδακτά. Όποιος δοκίμασε προσωπικά την απόλαυση που χαρίζει η σωκρατική γνώση και νιώθει πόσο η γνώση αυτή προσπαθεί να περικλείσει σε ολοένα ευρύτερους κύκλους τον κόσμο των φαινομένων, δεν θα έχει στο εξής άλλο ισχυρότερο διεγερτικό που να τον κεντρίζει σε όλη του τη ζωή απ’ αυτό τον ακόρεστο πόθο να εξακολουθήσει να επιδιώκει αυτή την κατάκτηση, πλέκοντας με ακατάλυτα βρόχια ένα αδιαπέραστο δίχτυ. Ο Σωκράτης του Πλάτωνα παρουσιάζεται τότε σ’ αυτό τον άνθρωπο σαν απόστολος μιας ολότελα νέας μορφής της «ελληνικής γαλήνης» και της χαράς της ύπαρξης, που ζητάει να φανερωθεί με πράξεις και το κατορθώνει συχνά ασκώντας στα εφηβικά και ευγενικά πνεύματα μια μαιευτική και παιδαγωγική επίδραση, με στόχο να διεγείρει μέσα τους τη μεγαλοφυία.

Η επιστήμη όμως, κεντρισμένη από την πανίσχυρη αυταπάτη της, ορμάει τότε ασυγκράτητα ως τα απώτατα όρια της, όπου σωριάζεται ή θρυμματίζεται ο προερχόμενος από τη λογική οπτιμισμός της. Γιατί ο κύκλος της γνώσης έχει στην περιφέρεια του αναρίθμητα σημεία, και παρόλο που δεν μπορεί κανείς να προβλέψει πότε ο κύκλος θα έχει διανυθεί ολότελα, ο ανώτερος και ευφυής άνθρωπος φτάνει μοιραία, πριν ακόμα συμπληρώσει τη μισή ζωή του, σε τέτοια οριακά σημεία της περιφέρειας, ώστε το βλέμμα του να βυθίζεται πάλι στο ανεξερεύνητο. Όταν ανακαλύπτει τότε, καταφοβισμένος, ότι η λογική που έφτασε σ αυτό το σημείο αναδιπλώνεται σαν φίδι στον εαυτό της και καταλήγει να δαγκώσει την ουρά της, ξεπροβάλλει μπροστά του μια νέα μορφή γνώσης, η τραγική γνώση, που απαιτεί, για να είναι ανεκτή, τη θεραπευτική προστασία της τέχνης.

Ας εξετάσουμε με βλέμμα δυναμωμένο και προστατευμένο από το παράδειγμα των Ελλήνων τις ανώτερες σφαίρες αυτού του κόσμου που μας περιβάλλει. Θα διαπιστώσουμε αυτή την αχόρταγη επιθυμία αισιόδοξης γνώσης, όπως προσωποποιήθηκε στον Σωκράτη, να μεταμορφώνεται απότομα σε μια ανάγκη τραγικής εγκαρτέρησης και τέχνης, ενώ στις κατώτερες διάνοιες η ίδια αυτή τάση δεν θα μπορέσει να εκδηλωθεί παρά μ’ ένα συναίσθημα βαθιάς αποστροφής προς τη διονυσιακή και τραγική τέχνη, όπως εμφανίζεται και στον αγώνα του σωκρατισμού εναντίον της αισχύλειας τραγωδίας.

Και τώρα, με μεγάλη συγκίνηση, κρούουμε τις πύλες του παρόντος και του μέλλοντος: άραγε η «αντιστροφή» αυτή θα οδηγήσει σε νέους συνδυασμούς της μεγαλοφυΐας, λόγου χάρη σ’ έναν Σωκράτη ενασκούμενο στη μουσική; Το δίχτυ που ύφανε η τέχνη γύρω από την ύπαρξη, έστω και με τα ονόματα της θρησκείας ή της επιστήμης, θα είναι πιο στερεό και μαζί πιο λεπτό ή μήπως θα κομματιαστεί μέσα σ’ αυτή την κίνηση, σ’ αυτές τις αδιάκοπες και βάρβαρες αναστατώσεις που χαρακτηρίζονται ως «το παρόν»; Ανήσυχοι, αλλά όχι και απελπισμένοι, θα παραμερίσουμε για λίγο, σαν πνεύματα θεωρητικά που τους παραχωρήθηκε το δικαίωμα να είναι μάρτυρες των ανήκουστων αυτών αγώνων και εξελίξεων. Αλίμονο όμως! Η γοητεία αυτών των αγώνων έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι όποιος τους κοιτάζει αναγκάζεται να μετάσχει σ’ αυτούς!

Έχοντας διακρίνει αυτή τη θαυμάσια αντίθεση, αισθάνθηκα μια ζωηρή παρόρμηση να εξετάσω από πιο κοντά την ουσία της ελληνικής τραγωδίας, δηλαδή την υπέρτατη εκδήλωση του ελληνικού πνεύματος. Γιατί πίστευα πως είχα επιτέλους βρει την πηγή της γοητείας που μου επέτρεπε, πέρα από τη φρασεολογία της συνηθισμένης μας αισθητικής, να θέσω συγκεκριμένα μπροστά στην ψυχή μου το πρωταρχικό πρόβλημα της τραγωδίας. Απέκτησα μια τόσο συναρπαστική και ιδιόμορφη θέα της ελληνικής πραγματικότητας, ώστε μου φάνηκε πως η κλασική ελληνική μας παιδεία, παρ’ όλη την αλαζονεία της, δεν είχε ως τότε επιτύχει παρά να διασκεδάζει μ’ έναν θίασο σκιών και με επιφανειακές αλήθειες.

Advertisements
This entry was posted in ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ and tagged . Bookmark the permalink.

Γράψτε ένα σχόλιο.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s