Έγκλημα και Τιμωρία.

_1_~2Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι.

– Τίποτ’ άλλο δεν παραδέχονται! τον διέκοψε με θέρμη ο Ραζουμίχιν. Δεν τα παραλέω! Θα σου δείξω τα βιβλία τους: όλα τα ρίχνουν στην «κακή επίδραση του περιβάλλοντος» και τίποτα παραπάνω. Η αγαπημένη τους φράση! Απ’ αυτά βγαίνει αμέσως το συμπέρασμα πως αν οργανωθεί σωστά η κοινωνία, θα εξαφανιστούν την ίδια μέρα και τα εγκλήματα, γιατί τότε δε θα υπάρχει λόγος να διαμαρτυρηθεί κανείς για τίποτα, κι όλοι θα γίνουν παρευθύς τίμιοι και καλοί. Η φύση δε λαμβάνεται υπ’ όψη, η φύση «απαγορεύεται», η φύση δεν πρέπει να υπάρχει. Αυτοί δεν παραδέχονται πως η ανθρωπότητα θ’ αναπτυχθεί στην ιστορική ζωντανή πορεία της και θα γίνει τελικά από μόνη της μια σωστή κοινωνία, μα απεναντίας νομίζουν πως ένα κοινωνικό σύστημα, που θα βγει από κάποιο μαθηματικό κεφάλι, θα ταχτοποιήσει στη στιγμή την ανθρωπότητα και θα την κάνει δίκαιη κι αναμάρτητη, πριν από κάθε ζωντανή εξέλιξη και χωρίς καμιάν ιστορική και ζωντανή πορεία! Γι’ αυτό κιόλας έχουν μια τέτοια ενστικτώδικη αποστροφή για την Ιστορία: «Η Ιστορία είναι μια σειρά από αίσχη κι ανοησίες», σου λένε, και έτσι τα εξηγούν όλα! Γι’ αυτό απεχθάνονται τόσο πολύ το ζωντανό προτσές της ζωής: δε μας χρειάζεται η ζωντανή ψυχή. Η ζωντανή ψυχή της ζωής μπορεί να προβάλει απαιτήσεις, η ζωντανή ψυχή δε θα υπακούει στη μηχανική, η ζωντανή ψυχή είναι φιλύποπτη, η ζωντανή ψυχή είναι συντηρητική! Ενώ η δική τους θεωρία, έστω κι αν μυρίζει λιγάκι ψοφίμι και μπορεί να κατασκευαστεί από καουτσούκ, έχει το πλεονέκτημα να μην είναι ζωντανή, να μην έχει δική της θέληση, να ‘ναι δουλοπρεπής και ανίκανη να επαναστατήσει. Και τ’ αποτέλεσμα είναι πως ρίξανε όλη την προσοχή τους στα τούβλα και τη διάταξη των δωματίων και των διαδρόμων στο μεγάλο τους φαλανστήριο. Και βέβαια, το «μαγικό αυτό παλάτι» είναι έτοιμο, μονάχα που δεν έχουν έτοιμη την ψυχή που θα το κατοικήσει· η ψυχή θέλει να ζήσει ακόμα, δεν τέλειωσε ακόμα τη ζωντανή της πορεία, είναι νωρίς ακόμα να πάει στο νεκροταφείο! Με μόνη τη λογική δεν μπορείς να υπερπηδήσεις τη φύση! Η λογική μπορεί να προβλέψει τρεις μονάχα περιπτώσεις, ενώ είναι εκατομμύρια! Να σβήσουμε λοιπόν όλα τα εκατομμύρια και να τ’ αναγάγουμε όλα στο πρόβλημα της ευζωίας. Η πιο εύκολη λύση του προβλήματος! Είναι ελκυστικά ολοφάνερο, δε χρειάζεται καν να το πολυσκεφτείς! Το σπουδαιότερο αυτό είναι: δε χρειάζεται σκέψη! Όλο το μυστικό της ζωής χωράει σε δυο τυπωμένα φύλλα! Για κοίτα κει πώς ξαμολήθηκε και δε λέει να σταματήσει! γέλασε ο Πορφύρης. Φανταστείτε, γύρισε κι είπε στον Ρασκόλνικοβ, το ίδιο γινόταν χτες το βράδυ και μιλούσανε έξι άνθρωποι μαζί και τους είχε ποτίσει κι από πριν με ποντς, μπορείτε να το φανταστείτε; Όχι, αδερφέ μου, δεν ξέρεις τι λες· «το περιβάλλον» έχει μεγάλη επίδραση στο έγκλημα- αυτό μπορώ να στο βεβαιώσω.
– Το ξέρω και γω πως έχει μεγάλη επίδραση, θέλω όμως να μου πεις ένα πράγμα: ένας σαραντάρης ατιμάζει ένα κοριτσάκι δέκα χρονών το περιβάλλον τον σπρώχνει και σ’ αυτό;
– Και γιατί όχι; Σε τελευταία ανάλυση μπορούμε να πούμε πως είναι το περιβάλλον που τον σπρώχνει, παρατήρησε με καταπληκτική επισημότητα ο Πορφύρης. Το έγκλημα σε βάρος του κοριτσιού μπορεί πολύ καλά, κάλλιστα, να εξηγηθεί με την επίδραση του περιβάλλοντος.
0 Ραζουμίχιν παρά λίγο να λυσσάξει.
– Ε, θέλεις λοιπόν να σου αποδείξω τώρα αμέσως, ούρλιαξε, πως έχεις άσπρα ματόκλαδα μόνο και μόνο γιατί το καμπαναριό του Ιβάν του Μεγάλου έχει ύψος διακόσια πόδια και να σ’ το αποδείξω πεντακάθαρα, σαφέστατα, προοδευτικά και με λιμπεραλιστική απόχρωση; Τ’ αναλαμβάνω! Βάζεις στοίχημα;
– Δέχουμαι! Για να τον ακούσουμε, να δούμε πώς θα τ’ αποδείξει αυτό!
– Μα εσύ με δουλεύεις, που να σε πάρει ο διάολος! φώναξε ο Ραζουμίχιν και πετάχτηκε όρθιος. Δεν αξίζει τον κόπο να κουβεντιάζει κανείς μαζί σου! Επίτηδες τα λέει όλ’ αυτά, δεν τον ξέρεις ακόμα, Ροντιόν! Και χτες πήρε την άποψη τους, μόνο και μόνο για να τους δουλέψει όλους. Και τι δεν έλεγε χτες, Θεέ μου! Κι αυτοί χαρήκανε, γιατί νομίσανε πως βρήκαν έναν οπαδό! Και μπορεί να κρατήσει δυο βδομάδες αυτό το δούλεμα κι ακόμα περισσότερο. Πέρσι του ‘ρθε να μας βεβαιώσει πως θα πάει σε μοναστήρι κι επέμενε και το ‘λεγε δυο ολόκληρους μήνες! Τώρα τελευταία του ‘ρθε να μας βεβαιώσει πως θα παντρευτεί, πως όλα είναι έτοιμα για το γάμο. Έραψε μάλιστα και καινούργιο κοστούμι. Εμείς αρχίσαμε κιόλας να τον συγχαιρόμαστε. Όμως ούτε νύφη, ούτε τίποτα, όλο λόγια!
– Εδώ είπες ψέματα. Το κουστούμι το ‘χα ράψει νωρίτερα. Και σαν έραψα το καινούργιο κουστούμι, μου ‘ρθε η ιδέα να σας δουλέψω λιγάκι.

– Πραγματικά είστε τόσο υποκριτής; ρώτησε αδιάφορα ο Ρ’ασκόλνικοβ.
– Και σεις νομίζατε πως δεν είμαι; Περιμένετε και θα σας τη φέρω και σας χα-χα-χα! Όχι, καλύτερα να σας πω όλη την αλήθεια. Τώρα που μιλήσαμε για όλ’ αυτά τα ζητήματα, το έγκλημα, το περιβάλλον, τα κοριτσάκια, θυμήθηκα -αν και, για να λέω την αλήθεια, ενδιαφέρθηκα απ’ την πρώτη στιγμή- ένα αρθράκι, σας… Περί του Εγκλήματος… ή πώς το λέτε εκεί, ξεχνάω τον τίτλο. Εδώ και δυο μήνες είχα την ευχαρίστηση να το διαβάσω στον Περιοδικό Λόγο.
– Το άρθρο μου; Στον Περιοδικό Λόγο; ρώτησε κατάπληκτος ο Ρασκόλνικοβ. Πραγματικά έγραψα ένα τέτοιο άρθρο εδώ κι έξι μήνες, όταν παράτησα το Πανεπιστήμιο, απ’ αφορμή ένα βιβλίο που ‘χα διαβάσει. Το πήγα όμως τότε στον Εβδομαδιαίο Λόγο κι όχι στον Περιοδικό.
– Δημοσιεύτηκε όμως στον Περιοδικό.
– Μα ο Εβδομαδιαίος Λόγος έπαψε να βγαίνει τότε και γι’ αυτό δεν το δημοσιέψανε.
– Αυτό είναι αλήθεια- ο Εβδομαδιαίος Λόγος συγχωνεύτηκε με τον Περιοδικό και γι’ αυτό το αρθράκι σας είδε το φως εδώ και δυο μήνες στον Περιοδικό Λόγο. Δεν το ξέρατε;
0 Ρασκόλνικοβ πραγματικά δεν το ‘ξερε.
– Μα τι λέτε! Εσείς μπορείτε να τους ζητήσετε και χρήματα για το άρθρο! Τι χαρακτήρας κι αυτός ο δικός σας αλήθεια! Ζείτε τόσο απομονωμένος, που δεν ξέρετε ούτε τα πράγματα που σας αφορούν άμεσα. Αυτό είναι γεγονός.
– Μπράβο, Ρόντια! Ούτε γω το ‘ξερα! ξεφώνισε ο Ραζουμίχιν. Σήμερα κιόλας θα περάσω απ’ τ’ αναγνωστήριο και θα ζητήσω το φύλλο! Εδώ και δυο μήνες; Στις πόσες του μηνός; Μπα, δε χρειάζεται, θα το βρω! Για φαντάσου! Και δεν είπες τίποτα!
– Και σεις πώς το καταλάβατε πως το άρθρο είναι δικό μου; Ήταν υπογραμμένο μ’ ένα αρχικό.
– Τυχαία το ‘μαθα, εδώ και λίγες μέρες. 0 διευθυντής μού το ‘πε. Είναι γνωστός μου… Ενδιαφέρθηκα πάρα πολύ.
– Αν θυμάμαι καλά, εξέταζα την ψυχολογική κατάσταση του εγκληματία κατά τη διάρκεια όλης της πορείας του εγκλήματος.
– Ναι, και επιμένετε στην άποψη πως η εκτέλεση του εγκλήματος συνοδεύεται πάντοτε από αρρώστια. Πολύ, πολύ πρωτότυπη σκέψη, μα… εγώ προσωπικά δεν ενδιαφέρθηκα τόσο γι’ αυτό το μέρος του άρθρου σας, όσο για μια σκέψη που εκφράζετε στο τέλος του άρθρου, που δυστυχώς δεν την ξεκαθαρίζετε εντελώς, κάνετε μονάχα έναν υπαινιγμό… Με δυο λόγια, αν θυμάστε, γίνεται εκεί ένας υπαινιγμός πως υπάρχουν τάχα στον κόσμο ορισμένα πρόσωπα που μπορούν… δηλαδή όχι πως μπορούν, μα έχουν απόλυτο δικαίωμα να κάνουν όλων των ειδών τις ατιμίες και τα εγκλήματα, και πως γι’ αυτούς τάχα δεν υπάρχει Νόμος.

0 Ρασκόλνικοβ χαμογέλασε ειρωνικά με τη βιασμένη και από πρόθεση παρερμήνευση της ιδέας του.
– Πώς; Τι σημαίνει αυτό; Δικαίωμα στο έγκλημα; Όχι όμως απ’ την «κακή επίδραση του περιβάλλοντος»; ρώτησε με κάποιο φόβο ο Ραζουμίχιν.
-Όχι, όχι, δε λέει εντελώς έτσι, απάντησε ο Πορφύρης. Το σπουδαίο είναι πως, όπως λέει στο άρθρο του, όλοι οι άνθρωποι διαιρούνται, να πούμε, σε «κοινούς» κι «εξαιρετικούς». Οι κοινοί πρέπει να ζουν υπακούοντας και δεν έχουν το δικαίωμα να προχωρήσουν πέρα απ’ το Νόμο, γιατί, βλέπετε, είναι κοινοί. Μα οι εξαιρετικοί έχουν το δικαίωμα να κάνουν κάθε έγκλημα και να παραβαίνουν με κάθε τρόπο το Νόμο, κατά κύριο λόγο γιατί είναι εξαιρετικοί. Έτσι το λέτε, νομίζω. Ή μήπως κάνω λάθος;
– Μα πώς γίνεται αυτό; Δεν μπορεί να ‘ναι έτσι! μουρμούρισε κατάπληκτος ο Ραζουμίχιν.
0 Ρασκόλνικοβ χαμογέλασε και πάλι ειρωνικά. Κατάλαβε αμέσως τι συμβαίνει και πού θέλουν να τον σπρώξουν θυμόταν καλά το άρθρο του. Αποφάσισε να δεχτεί την πρόκληση.
– Δεν το λέω ακριβώς έτσι, άρχισε απλά και σεμνά. Πάντως ομολογώ πως εκθέσατε σωστά τις απόψεις μου, και μάλιστα, αν θέλετε, απολύτως σωστά… (Λες και τον ευχαριστούσε να παραδεχτεί πως ήταν απολύτως σωστά). Η μόνη διαφορά είναι πως εγώ δεν επιμένω καθόλου πως οι εξαιρετικοί άνθρωποι πρέπει υποχρεωτικά να κάνουν πάντοτε όλων των ειδών τις ατιμίες, όπως είπατε εσείς. Μου φαίνεται μάλιστα πως ένα τέτοιο άρθρο δε θα περνούσε καν απ’ τη λογοκρισία. Το μόνο υπαινιγμό που έκανα, ήταν πως ο «εξαιρετικός» άνθρωπος έχει το δικαίωμα… δηλαδή όχι κανένα επίσημο δικαίωμα, μα έχει απλώς το δικαίωμα να επιτρέψει μόνος του στη συνείδηση του να περάσει πάνω… από ορισμένα εμπόδια, κι αυτό μονάχα στην περίπτωση εκείνη, που η πραγμάτωση των ιδεών του (που μπορεί καμιά φορά να ‘ναι σωτήριες για όλη την ανθρωπότητα) απαιτήσει αυτή την υπέρβαση.

Παρατηρήσατε πριν από λίγο πως το άρθρο μου είναι ασαφές- είμαι έτοιμος να σας το εξηγήσω, όσο μπορώ καλύτερα. Νομίζω πως δεν κάνω λάθος, όταν σκέφτομαι πως αυτό ακριβώς περιμένετε· ορίστε λοιπόν: Κατά τη γνώμη μου, αν οι ανακαλύψεις του Κέπλερ και του Νεύτωνα από ορισμένα περιστατικά ήταν αδύνατο να γνωστούν χωρίς τη θυσία ενός, δέκα, εκατό κ.λπ. ανθρώπων που θα στέκονταν εμπόδιο σ’ αυτές τις ανακαλύψεις ή θ’ αντιδρούσαν στην εργασία των δυο σοφών, τότε ο Νεύτων θα ‘χε το δικαίωμα ή μάλλον το καθήκον να παραμερίσει αυτούς τους δέκα ή εκατό ανθρώπους για να κάνει γνωστές τις ανακαλύψεις του σ’ όλη την ανθρωπότητα. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί πως δεν υποστηρίζω καθόλου πως ο Νεύτων θα ‘χε το δικαίωμα να σκοτώνει όποιον του κάπνιζε και να κλέβει κάθε μέρα στην αγορά. Πιο κάτω, αν θυμάμαι καλά, αναπτύσσω την άποψη πως όλοι, -οι νομοθέτες, οι θεμελιωτές των κρατών, αρχίζοντας απ’ τους αρχαιότερους και περνώντας στους Λυκούργους, τους Σύλωνες, τους Μωάμεθ, τους Ναπολέοντες κ.λπ.- όλοι αυτοί ήταν εγκληματίες αν όχι για τίποτ’ άλλο μα γιατί, δίνοντας στους ανθρώπους έναν καινούργιο Νόμο, καταργούσαν αυτόματα τον παλιό που τον κρατούσε σαν κάτι ιερό η κοινωνία και που της είχε κληροδοτηθεί απ’ τους πατεράδες και τους παππούδες της, και φυσικά όλοι αυτοί οι καινούργιοι νομοθέτες δε σταματούσαν ούτε μπροστά στο αίμα, φτάνει μονάχα το αίμα αυτό -που πολλές φορές ήταν εντελώς αθώο και χυνόταν ηρωικά για την υπεράσπιση του Παλιού Νόμου- να τους βοηθούσε στους σκοπούς τους. Είναι αξιοπαρατήρητο μάλιστα πως οι περισσότεροι απ’ αυτούς τους ευεργέτες και τους θεμελιωτές της ανθρωπότητας ήταν άνθρωποι που χύσανε ποτάμια αίμα. Με δυο λόγια, βγάζω το συμπέρασμα πως όχι μονάχα οι μεγάλοι άντρες, μα ακόμα και κείνοι που ξεπερνάνε κάπως το κοινό μέτρο, δηλαδή και κείνοι που, έστω ως ένα σημείο, είναι ικανοί να πουν κάτι καινούργιο, πρέπει εκ φύσεως να ‘ναι το δίχως άλλο εγκληματίες – λιγότερο ή περισσότερο εννοείται, κατά τις περιστάσεις. Αλλιώς τους είναι δύσκολο να βγουν απ’ την κοινή τροχιά και φυσικά δεν μπορούν να δεχτούν να μείνουν μέσα σ’ αυτή, γιατί κι αυτό δεν τους το επιτρέπει ο χαρακτήρας τους- κατά τη γνώμη μου μάλιστα, έχουν και καθήκον να μη μείνουν. Με δυο λόγια, όπως βλέπετε, δεν υπάρχει σ’ όλ’ αυτά τίποτα το πολύ πρωτότυπο. Αυτές οι απόψεις τυπώθηκαν και διαβάστηκαν χιλιάδες φορές. Όσο για το χωρισμό των ανθρώπων σε κοινούς κι εξαιρετικούς, παραδέχουμαι πως είναι κάπως αυθαίρετος, όπως θα είδατε όμως δεν επιμένω σε ακριβείς αριθμούς. Πιστεύω μονάχα στην κεντρική μου ιδέα.

Η ιδέα αυτή συνίσταται στο ότι οι άνθρωποι, εκ φύσεως χωρίζονται γενικά σε δυο κατηγορίες: στην κατώτερη (τους κοινούς) που είναι, να πούμε, ένα υλικό για την αναπαραγωγή του είδους, και στους καθαυτό ανθρώπους, που έχουν το χάρισμα και το ταλέντο να πουν στο περιβάλλον τους έναν καινούργιο λόγο. Εννοείται πως υπάρχουν άπειρες υποδιαιρέσεις, μα τα χαρακτηριστικά και των δυο κατηγοριών είναι αρκετά έντονα. Η πρώτη κατηγορία, δηλαδή το υλικό, είναι στη γενικότητα της άνθρωποι συντηρητικοί, άψογοι, ζουν υποταγμένοι και τους αρέσει να υπακούουν. Κατά τη γνώμη μου, έχουν καθήκον να ‘ναι υπάκουοι, γιατί αυτός είναι ο προορισμός τους, και γιατί η υπακοή γι’ αυτούς δεν είναι καθόλου ταπεινωτική. Η δεύτερη κατηγορία είναι όλοι τους άνθρωποι πάνω απ’ το Νόμο, είναι καταλύτες ή έχουν την τάση να καταλύουν, ανάλογα με τις ικανότητες τους. Εννοείται πως τα εγκλήματα είναι πολύμορφα και ανάλογα με τους ανθρώπους που τα διαπράττουν: στις περισσότερες περιπτώσεις ζητάνε με πολύ διαφορετικά προγράμματα το γκρέμισμα του παλιού εν ονόματι ενός καινούργιου που θα ‘ναι καλύτερο. Αν όμως σε κανέναν απ’ αυτούς χρειαστεί για την ιδέα του να περάσει έστω και πάνω από ‘να πτώμα, πάνω από αίμα, τότε ο άνθρωπος αυτός μπορεί, νομίζω, να δώσει το δικαίωμα στη συνείδηση του να περάσει πάνω από πτώμα, -ανάλογα, φυσικά, με την ιδέα του και το μέγεθος της- αν μπορώ να το πω έτσι, αυτό θέλω να το προσέξετε. Μονάχα μ’ αυτή την έννοια λέω στο άρθρο μου πως έχουν δικαίωμα στο έγκλημα. Όπως θα θυμάστε, η συζήτηση άρχισε από ένα δικαστικό ζήτημα. Εδώ που τα λέμε, δεν υπάρχει λόγος ν’ ανησυχούμε- η μάζα ποτέ δεν παραδέχεται πως οι άνθρωποι αυτοί έχουν ένα τέτοιο δικαίωμα- τους τιμωρεί, λίγο ή πολύ, ανάλογα με την περίπτωση, και τους κρεμάει εκπληρώνοντας έτσι εντελώς δίκαια το συντηρητικό προορισμό της, με τη διαφορά μονάχα πως στην επομένη γενιά η ίδια αυτή μάζα ανεβάζει τους εκτελεσμένους στα βάθρα των αδριάντων και τους προσκυνάει (λίγο ή πολύ ανάλογα με την περίπτωση). Η πρώτη κατηγορία είναι πάντα κυρίαρχη στο παρόν, η δεύτερη κυριαρχεί στο μέλλον. Οι πρώτοι διαφυλάττουν τον κόσμο και τον αυξάνουν αριθμητικά. Οι δεύτεροι κινούν τον κόσμο και τον σπρώχνουν προς ένα σκοπό. Κι οι πρώτοι κι οι δεύτεροι έχουν το ίδιο ακριβώς δικαίωμα να υπάρχουν. Με δυο λόγια, όλοι στο άρθρο μου έχουν τα ίδια δικαιώματα και -vive la guere eternelle (και ζήτω ο αιώνιος πόλεμος. Μετάφραση δική μου, ζητώ την επιείκεια του αναγνώστη δεδομένου ότι τα Γαλλικά ου είναι πανάθλια!)- ίσαμε τη Νέα Ιερουσαλήμ, εννοείται!

-Ώστε παρ’ όλ’ αυτά πιστεύετε και στη Νέα Ιερουσαλήμ.
– Πιστεύω, απάντησε σταθερά ο Ρασκόλνικοβ· λέγοντας το αυτό, εξακολουθούσε ακόμα να κοιτάει επίμονα ένα σημείο στο χαλί – το κοίταζε όλη την ώρα που απάγγελνε τη μακριά τιράντα του.
– Και-αι-αι πιστεύετε και στον Θεό; Να με συγχωρείτε που δείχνω τόση περιέργεια.
– Πιστεύω, ξανάπε ο Ρασκόλνικοβ και σηκώνοντας τα μάτια κοίταξε τον Πορφύρη.
– Και-αι-αι πιστεύετε και στην ανάσταση του Λαζάρου;
– Πιστεύω. Τι σας χρειάζονται όλ’ αυτά;
– Την πιστεύετε κατά γράμμα;
– Και κατά γράμμα.
-Ώστε έτσι λοιπόν… απλώς ρώτησα. Να με συγχωρείτε. Επιτρέψτε μου όμως -ξαναγυρίζω στο θέμα μας- δεν τους εκτελούν πάντοτε, μερικοί μάλιστα απεναντίας…
– Θριαμβεύουν όσο ακόμα ζουν. Μερικοί μάλιστα φτάνουν το σκοπό τους όσο ακόμα ζουν, και τότε…
– Αρχίζουν να εκτελούν οι ίδιοι;
– Αν χρειάζεται… και μάλιστα οι περισσότεροι έτσι κάνουν. Γενικά η παρατήρηση σας είναι έξυπνη.
– Ευχαριστώ. Πέστε μου όμως και κάτι άλλο. Πώς μπορεί κανείς να ξεχωρίσει τους εξαιρετικούς ανθρώπους απ’ τους κοινούς; Μήπως γεννιούνται με τίποτα σημάδια; Το λέω αυτό γιατί νομίζω πως θα ‘πρεπε να υπάρχει περισσότερη ακρίβεια, ένας ακριβέστερος εξωτερικός καθορισμός, αν μπορούμε να πούμε έτσι. Με συγχωρείτε, αλλά νιώθω τη φυσική ανησυχία ενός πρακτικού και καλοπροαίρετου ανθρώπου- δε θα μπορούσε λόγου χάρη να καθιερωθεί καμιά ιδιαίτερη στολή ή τίποτ’ άλλα διακριτικά, περιβραχιόνια να πούμε; Γιατί πρέπει να παραδεχτείτε πως αν γίνει καμιά ανακατωσούρα και βρεθεί κανένας απ’ τη μια κατηγορία που να νομίσει πως ανήκει στην άλλη κι αρχίσει να «παραμερίζει όλα τα εμπόδια» όπως πολύ εύστοχα εκφραστήκατε, τότε πια
– Ω, αυτό συμβαίνει πολύ συχνά! Αυτή η παρατήρηση σας είναι ακόμα πιο έξυπνη κι απ’ την προηγούμενη… -Ευχαριστώ…
– Δεν αξίζει τον κόπο. Πρέπει μονάχα να ‘χετε υπ’ όψη σας πως το λάθος μπορεί να γίνει μονάχα από ανθρώπους της πρώτης κατηγορίας, δηλαδή απ’ τους «κοινούς» ανθρώπους (όπως τους ονόμασα, πολύ άστοχα ίσως). Παρ’ όλη τη φυσική τους τάση στην υπακοή, η φύση σκαρώνει καμιά φορά ορισμένες φάρσες και τότε αυτοί οι άνθρωποι φαντάζονται πως είναι ηγέτες «καταλύτες» και φορείς του «Νέου Λόγου» κι αυτό το πιστεύουν μ’ όλη τους την ειλικρίνεια. Τους πραγματικά καινούργιους όμως, τις περισσότερες φορές δεν είναι σε θέση να τους δουν και τους περιφρονούν μάλιστα σαν καθυστερημένους. Κατά τη γνώμη μου όμως, δεν μπορεί να υπάρξει σ’ όλα αυτά σημαντικός κίνδυνος, και σεις, μα την αλήθεια, δεν πρέπει ν’ ανησυχείτε, γιατί τέτοιοι άνθρωποι ποτέ δεν προχωρούν πολύΦυσικά θα μπορούσαμε να τους ραβδίζουμε καμιά φορά, αν δείξουν υπερβολικό ζήλο, για να τους θυμίζουμε τη θέση τους – πιο σκληρή τιμωρία όμως θα ‘ταν ανώφελη· εδώ μάλιστα δε χρειάζεται ούτε κι ο δήμιος- θα ραβδίσουν μονάχοι τους τον εαυτό τους, γιατί είναι πολύ ηθικοί. Είναι μερικοί που κάνουν αυτή τη χάρη ο ένας στον άλλον κι άλλοι πάλι που αυτοτιμωρούνται με τα ίδια τους τα χέρια… Πάνε και δηλώνουν δημόσια μετάνοια -είναι μια πράξη όμορφη και διδαχτική- με δυο λόγια, δεν υπάρχει λόγος ν’ ανησυχείτε… Έχει προνοήσει η φύση σχετικά.
– Ναι, απ’ αυτή τουλάχιστον την άποψη με καθησυχάσατε κάπως- μα να και πάλι μια απορία. Πέστε μου, παρακαλώ, είναι πολλοί αυτοί οι άνθρωποι που έχουν το δικαίωμα να σφάζουν τους άλλους, αυτοί δα οι «εξαιρετικοί»; Εγώ, φυσικά, είμαι έτοιμος να υποκλιθώ μπροστά τους, παραδεχτείτε όμως πως σε πιάνει τρόμος όταν σκέφτεσαι πως μπορεί να ‘ναι πάρα πολλοί, ε;
– Ω, μην ανησυχείτε ούτε και γι’ αυτό, εξακολουθούσε να λέει με τον ίδιο τόνο ο Ρασκόλνικοβ. Γενικά, άνθρωποι με καινούργιες ιδέες ή έστω κι ως ένα σημείο ικανοί να πουν κάτι νέο, γεννιούνται πολύ λίγοι, τόσο λίγοι μάλιστα, που είναι ν’ απορεί κανείς. Το μόνο φανερό είναι πως η γέννηση των ανθρώπων όλων αυτών των κατηγοριών και των υποδιαιρέσεων θα πρέπει να ‘χει καθοριστεί με μεγάλη ακρίβεια από κάποιο νόμο της φύσης. Εννοείται πως τώρα ο νόμος αυτός μας είναι άγνωστος, πιστεύω όμως πως υπάρχει. Κι αργότερα είναι πιθανό να τον μάθουμε. Η τεράστια μάζα των ανθρώπων, το υλικό, υπάρχει μόνο και μόνο γι’ αυτό ακριβώς- υπάρχει ώστε ύστερ’ από ορισμένη προσπάθεια, ύστερ’ από μια υπερένταση, μ’ ένα μυστηριώδες ως τα τώρα προτσές, με μιαν άγνωστη διασταύρωση ειδών και φυλών, να βάλει τα δυνατά της και να γεννήσει επιτέλους απ’ τους χίλιους έναν έστω κάπως αυτεξούσιο άνθρωπο. Ακόμα πιο αυτεξούσιος γεννιέται ίσως απ’ τις δέκα χιλιάδες ο ένας (φέρνω φυσικά ένα παράδειγμα, οι αριθμοί μου δεν είναι ακριβείς). Ακόμα πιο αυτεξούσιος, απ’ τις εκατό χιλιάδες ένας. Οι μεγαλοφυείς γεννιούνται σ’ αναλογία ένας προς πολλά εκατομμύρια κι οι μεγάλες μεγαλοφυίες, οι κορυφές της ανθρωπότητας, γεννιούνται ίσως αφού ζήσουν πολλές χιλιάδες εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο. Με δυο λόγια, δεν έκανα στατιστικούς υπολογισμούς. Μα είμαι σίγουρος πως ο νόμος αυτός υπάρχει- και πρέπει να υπάρχει. Το ζήτημα αυτό δεν μπορεί να ‘ναι ζήτημα τύχης.

– Μα δε μου λέτε, αστειεύεστε κι οι δυο σας; ξεφώνισε επιτέλους ο Ραζουμίχιν. Δουλεύετε ο ένας τον άλλον ή τα λέτε σοβαρά; Για κοίτα τους εκεί που κάθονται και κοροϊδεύει ο ένας τον άλλον! Σοβαρά μιλάς, Ρόντια;
0 Ρασκόλνικοβ σήκωσε το χλωμό και σχεδόν θλιμμένο του πρόσωπο και δεν απάντησε τίποτα. Και φάνηκε παράξενη στον Ραζουμίχιν η φανερή, ερεθιστική κι αγενής ειρωνεία του Πορφύρη δίπλα σ’ αυτό το ήρεμο και θλιμμένο πρόσωπο.
– Ε, αδερφέ μου, αν πραγματικά μιλάς σοβαρά, τότε… έχεις δίκιο φυσικά, όταν λες πως όλ’ αυτά δεν έχουν καμιά πρωτοτυπία και μοιάζουν μ’ όσα ακούσαμε και διαβάσαμε χίλιες φορές· αυτό όμως που πραγματικά είναι πρωτότυπο σ’ όλ’ αυτά κι είναι πραγματικά δική σου και μόνο ιδέα -κι αυτό μου προκαλεί φρίκη- είναι που επιτρέπεις το φόνο με ήρεμη συνείδηση και το υποστηρίζεις μάλιστα -να με συγχωρείς, μα θα το πω- το υποστηρίζεις με φανατισμό… Αυτή λοιπόν θα ‘ναι κι η κύρια ιδέα του άρθρου σου. Μα το να επιτρέπεις το φόνο με ήρεμη συνείδηση αυτό… αυτό κατά τη γνώμη μου είναι φοβερότερο κι απ’ το να μας παραχωρούσαν επίσημα το δικαίωμα να χύνουμε αίμα, να μας το παραχωρούσαν με νόμο...
– Πολύ σωστά, είναι φοβερότερο, έκανε ο Πορφύρης.
 
Όχι, είμαι σίγουρος πως παρασύρθηκες! Εδώ υπάρχει κάποιο λάθος. Θα το διαβάσω… Τα παράπες! Δεν μπορεί να σκέφτεσαι έτσι. Θα το διαβάσω…
– Στο άρθρο δεν υπάρχουν όλ’ αυτά. Στο άρθρο υπάρχουν μονάχα υπαινιγμοί, πρόφερε ο Ρασκόλνικοβ.- Έτσι, έτσι, λοιπόν, -δεν μπορούσε να κάτσει ήσυχος στη θέση του ο Πορφύρης-, τώρα πια κατάλαβα σχεδόν εντελώς ποιες είναι οι απόψεις σας για το έγκλημα. Μα,., ναι, να με συγχωρείτε για την επιμονή μου. Σας παραζάλισα, αρχίζω να ντρέπουμαι! Είναι όμως και κάτι άλλο. Μόλις τώρα με καθησυχάσατε για τις περιπτώσεις όπου μπορούν να γίνουν λάθη και ν’ ανακατευτούν οι δυο κατηγορίες, μα είναι πάλι μερικές πρακτικές λεπτομέρειες που εξακολουθούν να μ’ ανησυχούν! Τι θα γίνει αν βρεθεί κανένας άντρας ή και κανένας νεαρός που να φανταστεί πως είναι Λυκούργος ή Μωάμεθ -μέλλων εννοείται- κι αρχίσει να παραμερίζει όλα τα εμπόδια; Έχει, βλέπετε, μπροστά του μια μεγάλη πορεία και για την πορεία χρειάζονται χρήματα. Ε, κι αν αρχίσει να τα παίρνει από δω κι από κει… με καταλαβαίνετε;

Ο Ζαμιότοβ χασκογέλασε ξάφνου απ’ τη γωνιά του. Ο Ρασκόλνικοβ ούτε σήκωσε καν τα μάτια να τον κοιτάξει.
– Πρέπει να συμφωνήσω μαζί σας, απάντησε ήρεμα ο Ρασκόλνικοβ, πως τέτοιες περιπτώσεις πρέπει πραγματικά να υπάρχουν. Οι ανόητοι κι οι φιλόδοξοι είναι πολύ πιθανό να πιαστούν απ’ αυτό το δόλωμα· ιδιαίτερα οι νέοι.
– Βλέπετε λοιπόν; Τι θα γίνει μ’ αυτούς;
– Μα ό,τι γίνεται και τώρα, μισογέλασε ο Ρασκόλνικοβ. Δεν μπορώ να φταίω εγώ γι’ αυτό. Έτσι είναι κι έτσι θα ‘ναι πάντα. Αυτός εδώ -έδειξε τον Ραζουμίχιν- είπε τώρα μόλις πως επιτρέπω το αίμα. Ε, λοιπόν, η κοινωνία είναι εξασφαλισμένη και με το παραπάνω μάλιστα, με τις εξορίες, τις φυλακές, τους ανακριτές, τα κάτεργα. Γιατί ν’ ανησυχούμε λοιπόν; Άντεστε και βρείτε τον κλέφτη!
– Ε, κι αν τον βρούμε;
– Καλά να πάθει.
– Είστε λογικός, δε λέω. Ε, κι η συνείδηση του;
 
Και τι σας νοιάζει εσάς για τη συνείδηση του;
– Να, έτσι από ανθρωπισμό.
– Όποιος έχει συνείδηση ας υποφέρει, αν παραδέχεται το λάθος του. Αυτή θα ‘ναι κιόλας η τιμωρία του – εκτός απ’ το κάτεργο.
– Ε, κι οι πραγματικά μεγαλοφυείς, -ρώτησε σμίγοντας τα φρύδια ο Ραζουμίχιν-, κείνοι που τους δόθηκε το δικαίωμα να σφάζουν, αυτοί δεν πρέπει να υποφέρουν καθόλου, ούτε για το αίμα που χύσανε; Γιατί μεταχειρίζεστε τη λέξη πρέπει; Εδώ δεν υπάρχει ούτε επιτρέπεται, ούτε απαγορεύεται. Ας υποφέρει, αν λυπάται το θύμα του… Κάθε πλατιά συνείδηση, κάθε βαθιά καρδιά δεν μπορεί παρά να υποφέρει και να πονέσει. Οι πραγματικά μεγάλοι άνθρωποι μου φαίνεται πως θα πρέπει να νιώθουν σ’ αυτό τον κόσμο μεγάλη θλίψη, πρόσθεσε ξάφνου συλλογισμένα, τόσο που ξέφυγε απ’ τον τόνο της συζήτησης.
Σήκωσε τα μάτια, τους κοίταξε όλους σκεφτικά, χαμογέλασε και πήρε το κασκέτο του. Ήταν υπερβολικά ήρεμος σε σύγκριση με το πώς ήταν όταν πρωτομπήκε, και το ‘νιωθε αυτό. Όλοι σηκώθηκαν.
– Ε, βρίστε με αν θέλετε, θυμώστε αν θέλετε, όμως εγώ δεν μπορώ να μην το πω, συνέχισε πάλι ο Πορφύρης Πετρόβιτς. Επιτρέψτε μου ακόμα μια μικρή ερωτησούλα, -αχ ναι, πολύ φόρτωμα σας έγινα!- θέλω να σας κάνω γνωστή μια μικρή μου σκέψη, και δε θα σας ανησυχούσα αν δε φοβόμουνα μην την ξεχάσω…
– Πάει καλά, πέστε τη μικρή σας σκέψη, στεκόταν μπροστά του σοβαρός και χλωμός ο Ρασκόλνικοβ και περίμενε.
– Να τι σκέφτηκα… Δεν ξέρω αλήθεια πώς να εκφραστώ καλύτερα… Η σκέψη μου, βλέπετε, είναι πολύ παρεξηγήσιμη… ψυχολογική θα ‘λεγα. Να, σκέφτηκα πως όταν γράφατε το αρθράκι σας, δεν μπορεί παρά να… χε χε, δεν μπορεί παρά να θεωρούσατε τον εαυτό σας, έστω και τόσο δα, «εξαιρετικό» άνθρωπο που λέει έναν καινούργιο λόγο, με την έννοια που δίνετε εσείς στην έκφραση αυτή… Έτσι δεν είναι;
– Πολύ πιθανόν, απάντησε με περιφρόνηση ο Ρασκόλνικοβ. Ο Ραζουμίχιν έκανε κάποια κίνηση.
 
Κι αφού είναι έτσι, θα το αποφασίζατε καμιά φορά… ε, ας πούμε λόγω ορισμένων αποτυχιών σας στη ζωή και λόγω ορισμένων δυσκολιών ή για να φανείτε κατά κάποιον τρόπο χρήσιμος σ’ όλη την ανθρωπότητα, θα τ’ αποφασίζατε να περάσετε πάνω απ’ το εμπόδιο; Να σκοτώσετε, να πούμε, και να ληστέψετε;
Και κάπως εντελώς ξαφνικά, του ξανάκλεισε το αριστερό του μάτι και γέλασε χωρίς ν’ ακουστεί, ακριβώς όπως και πριν.
– Και να περνούσα ακόμα πάνω απ’ το εμπόδιο, δε θα ‘ρχόμουν φυσικά να σας το πω, πρόφερε ο Ρασκόλνικοβ με προκλητική κι ακατάδεχτη περιφρόνηση.
– Μπα, έτσι απλώς ρώτησα, για να μπω στο βάθος του άρθρου σας… από φιλολογική μονάχα άποψη…

«Φτου, τι φανερό που ήταν αυτό και με πόση αδιαντροπιά ειπώθηκε», σκέφτηκε με σιχασιά ο Ρασκόλνικοβ.
– Επιτρέψτε μου να παρατηρήσω, απάντησε ξερά, πως δε θεωρώ τον εαυτό μου ούτε Μωάμεθ ούτε Ναπολέοντα… ούτε και νομίζω πως είμαι κάποιος που τους μοιάζει και κατά συνέπεια δεν μπορώ, μια και δεν είμαι σαν κι αυτούς, να σας δώσω μιαν ικανοποιητική εξήγηση για το τι θα ‘κανα.
– Ε, καλά τώρα! Και ποιος δε θεωρεί τον εαυτό του Ναπολέοντα εδώ στη Ρωσία μας τώρα τελευταία; πρόφερε ξάφνου με τρομερή οικειότητα ο Πορφύρης.
Ακόμα και στον τόνο της φωνής του υπήρχε τούτη τη φορά κάτι το πολύ απροκάλυπτο.
– Μήπως και την Αλιόνα Ιβάνοβνα την ξεπάστρεψε κανένας Ναπολέοντας την περασμένη βδομάδα με το τσεκούρι; είπε ξάφνου απ’ τη γωνιά του ο Ζαμιότοβ.
Ο Ρασκόλνικοβ σώπαινε και κοίταζε επίμονα τον Πορφύρη. Ο Ραζουμίχιν έσμιξε τα φρύδια και συννέφιασε. Από ώρα τώρα κάτι είχε αρχίσει να υποπτεύεται. Κοίταζε οργισμένα γύρω του. Πέρασε έτσι ένα λεπτό σκυθρωπής σιωπής. Ο Ρασκόλνικοβ γύρισε να φύγει.
– Φεύγετε κιόλας; πρόφερε θωπευτικά ο Πορφύρης, και του ‘δωσε με εξαιρετική ευγένεια το χέρι. Χάρηκα πολύ, πάρα πολύ για τη γνωριμία σας. Όσο για την υπόθεση σας, μην ανησυχείτε καθόλου. Γράψτε τη δήλωση, όπως σας είπα… Μα, το καλύτερο απ’ όλα, περάστε απ’ το γραφείο μου… μια απ’ αυτές τις μέρες… έστω κι αύριο. Κατά τις έντεκα θα ‘μαι σίγουρα εκεί. Θα τα κανονίσουμε όλα… Θα μιλήσουμε… Εσείς μάλιστα που είστε κι ένας απ’ τους τελευταίους που περάσατε από κει, ίσως να μπορέσετε να μας δώσετε τίποτα χρήσιμες πληροφορίες, πρόσθεσε με το πιο καλόκαρδο ύφος.
– Θέλετε να με ανακρίνετε επίσημα, μ’ όλους τους τύπους; ρώτησε απότομα ο Ρασκόλνικοβ.
– Μα γιατί; Προς το παρόν αυτό είναι τελείως περιττό. Δε με καταλάβατε. Εγώ, βλέπετε, δεν αφήνω να μου ξεφύγει καμιά ευκαιρία και… και μίλησα κιόλας μ’ όλους τους ενεχυριαστές… Από μερικούς μάλιστα πήρα κι ένορκες καταθέσεις… και σεις, επειδή είστε ο τελευταίος… Αχ, ναι, καλά που το θυμήθηκα! ξεφώνισε και σάμπως να χάρηκε ξαφνικά για κάτι. Καλά που το θυμήθηκα! Τι έπαθα αλήθεια, παραλίγο να το ξεχάσω! γύρισε κι είπε στον Ραζουμίχιν. Θυμάσαι που μου ‘φαγες τότε τ’ αυτιά για κι κείνον τον Νικολάσκα… μα ναι, το ξέρω, το ξέρω πολύ καλά πω 0 λεβέντης αυτός είναι αθώος, -ξαναγύρισε στον Ρασκόλνικοβ- τι να κάνεις όμως, παρέστη ανάγκη ν’ ανησυχήσω και τον Μίτκα… Να τι ήθελα να πω, συμβαίνει το εξής: Όταν ανεβαίνατε τότε τη σκάλα… επιτρέψτε μου να σας ρωτήσω… είχατε πάει κατά τις οχτώ, αν δεν κάνω λάθος, ε;
– Ναι, κατά τις οχτώ, απάντησε ο Ρασκόλνικοβ κι ένιωσε, το ίδιο κείνο δευτερόλεπτο, πως θα μπορούσε και να μην το ‘λεγε αυτό…
– Όταν λοιπόν ανεβαίνατε κατά τις οχτώ κείνη τη σκάλα, μή πως είδατε εσείς τουλάχιστον στο δεύτερο πάτωμα, σ’ ένα διαμέρισμα ξενοίκιαστο, θυμάστε δυο εργάτες ή τουλάχιστον τον έναν απ’ αυτούς; Μπογιατίζανε κει πέρα, μήπως τους προσέξατε; Αυτό έχει μεγάλη, πολύ μεγάλη σημασία γι’ αυτούς!
– Μπογιατζήδες; Όχι δεν είδα… απάντησε αργά, σαν ν’ ανασκάλευε στη μνήμη του ο Ρασκόλνικοβ και την ίδια στιγμή όλη του η ύπαρξη βρέθηκε σ’ υπερένταση (και υπόφερε τόσο πολύ, που είχε την αίσθηση πως θα παραλύσει) για να μαντέψει το γρηγορότερο πού ακριβώς ήταν η παγίδα και να προσέξει μήπως του ξεφύγει τίποτα. Όχι, δεν τους είδα, μα κι ούτε πρόσεξα να υπήρχε κανένα ανοιχτό διαμέρισμα, όπως λέτε… Μονάχα στο τέταρτο πάτωμα (είχε καταλάβει πού ήταν η παγίδα και θριάμβευε) θυμάμαι πως μετακόμιζε ένας υπάλληλος… απέναντι απ’ της Αλιόνας Ιβάνοβνας… το θυμάμαι… αυτό το θυμάμαι καθαρά… κάτι φαντάροι καθαρίζανε ένα ντιβάνι και με στριμώξανε στον τοίχο… Σοβατζήδες, όμως όχι. Δε θυμάμαι, να ‘ταν σοβατζήδες… μα κι ούτε είδα πουθενά ανοιχτό διαμέρισμα, αν δεν κάνω λάθος. Όχι, δεν είδα…
– Μα τι τον ρωτάς λοιπόν; φώναξε ξαφνικά ο Ραζουμίχιν, σα να ‘ρθε απότομα στα συγκαλά του. Οι μπογιατζήδες δούλευαν εκεί την ημέρα του φόνου, κι αυτός είχε πάει τρεις μέρες νωρίτερα! Τι ρωτάς λοιπόν;
– Φτου, τα μπέρδεψα! χτύπησε το μέτωπο του ο Πορφύρης. Βρε, που να πάρει ο διάολος, έχω χάσει τα λογικά μου μ’ αυτή την υπόθεση! γύρισε κι είπε στον Ρασκόλνικοβ κι ήταν σαν να του ζητούσε συγγνώμη. Είναι, βλέπετε, τόσο σημαντικό για μας ν μάθουμε αν τους είδε κανένας κατά τις οχτώ στο διαμέρισμα εκείνο, που μου φάνηκε τώρα πως ίσως να μπορούσατε να μου το πείτε εσείς… τα μπέρδεψα εντελώς.
– Πρέπει λοιπόν να ‘σαι προσεχτικότερος, παρατήρησε βλοσυρά ο Ραζουμίχιν. Τα τελευταία λόγια ειπώθηκαν στο διάδρομο. Ο Πορφύρης Πετρόβιτς τους ξεπροβόδισε ως την πόρτα μ’ εξαιρετική ευγένεια.
Βγήκαν κι οι δυο τους σκυθρωποί και συνοφρυωμένοι στο δρόμο και για λίγη ώρα δε βγάλανε λέξη.
Ο Ρασκόλνικοβ πήρε μια βαθιά ανάσα…

Advertisements
This entry was posted in ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ and tagged . Bookmark the permalink.

Γράψτε ένα σχόλιο.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s