Νάρκισσος.

aiosan17
Του Δημήτρη Λιαντίνη. [Γκέμμα, σελίδες 251-253].
Αν σηκώσεις τα μάτια ψηλά, μια καθαρή νύχτα του Αλωνάρη ή του Γενναρίου, και κοιτάξεις με βλέμμα θηλυκό, θα βρεις να σέρνεται στη μαύρη απανωσιά του θόλου ολόκληρη η επιφάνεια της γης και της πολιτείας μας με την πάλη και με την ποικιλία της.
Ένα ένα θα ξεχωρίσεις όλα τα είδη της έντρομης πανίδας. Τα αγρίμια, τα θηρία, τα ζουλάπια, τα ερπετά, τα σαρκοβόρα, τα τέρατα. Θα ιδείς το Σκορπιό και τη Σαύρα, την Ύόρα, τον Καρκίνο, το Κήτος, τη Μικρή και τη Μεγάλη Αρκούδα. Θα ιδείς το Αρκουδάκι τους, τον Αρκτούρο. Το Δράκοντα, την ουρά και το κεφάλι του Όφι. Την Cauda και το Caput, που τα κρατά στα χέρια του ο Οφιούχος.
Όλα ετούτα τα σκορπιστά τερατοειδή είναι απειλές και δηλητήρια, είναι ο φόβος και ο κίνδυνος που σου παγώνουν το αίμα. Φαντάζεσαι να τά ‘βλεπες ξαφνικά στον κήπο σου το πρωί, ή στην κάμαρη που κοιμάσαι;
Όμως έχουν και το άλλο τους νόημα. Όταν τα εννοήσεις ζωντανά μέσα στην κοινωνία που ζούμε. Πολύ περισσότερο μέσα στην ίδια τη ζωή μας, που άλλοι μας την έφτιαξαν τέτοια.
Είναι το φαρμάκι της ιδεαλιστικής παγίδας. Είναι η κακούργα βδελυγμία του ιερατείου. Είναι ο δόλος και η απάτη, η πλάνη, η σκόπιμη παραποίηση της φυσικής αλήθειας, η δεισιδαιμονία, το ξεγέλασμα.
Είναι η κακουργίδα τάξη και διαταγή, που καθιέρωσαν στη ζωή μας το αρχοντολόγι και το πρωτάτο. Οι βασιλιάδες, οι κυβερνήτες, οι στρατηγοί και οι κουλήδες τους. Όλη η ασπόνδυλη φάρα των καλλιτεχνών, των διανοούμενων, και των καλαμαράδων. Εκείνοι οι βρυκολάκοι με τα μεγάλα λόγια. Με τα μετάλλια του τύφου στο στήθος, τους μεγαλόσταυρους. Και με τα μεταλλεία του ψεύδους στα άντρα και στα γραφεία τους.
Ξανακοιτάς τον ουρανό αλλιώς. Τώρα βλέπεις άλλα. Οι λευκές παγωμένες κορυφές των ορέων. Με την υγεία, την παγωνιά, και την καθαρότη τους. Γενναίοι και στιβαροί άντρες χτυπάνε και τσακίζουνε όλα τα πανουργήματα, και όλα τα βροντοσαύρα.
Είναι οι μοναχικοί, οι καθαροί, οι πικροί οδοιπόροι. Τα ανοιχτά μυαλά, οι περήφανοι, οι αγέλαστοι, και οι αδάκρυτοι. Πολεμιστές, κυνηγοί, ήρωες, ευεργέτες, θεραπευτές, τοξευτήδες, αρματηλάτες, τροβαδούροι, ξεβασκαντές και λυράρηδες. Ο ζωγράφος και ο γλύπτης. Ο Pictor και ο Sculptor. Πενήντα έξι, και διακόσια εβδομήντα έτη φωτός αντίστοιχα μακρυά από τη Γη μας.
Βλέπεις εδώ τον πελώριο Ηρακλή με το ρόπαλο. Τον αστραφτερό Ωρίωνα με το αδαμαντοκόλλητο σπαθί. Βλέπεις τον ακεστήρα Ασκληπιό, τον αλάθευτο Τοξότη, τον Ηνίοχο με το πυρωμένο αξόνι. Βλέπεις το βουκόλο Βοώτη με το ακοίμητο μάτι. Φυλάγει τα εφτά βόδια της εβδομάδας. Τις εφτά μέρες μας, να μην τις σπαταλήσουμε όπως οι σύντροφοι του Οδυσσέα τα βόδια του Ήλιου. Βλέπεις τον Κάστορα και τον Πολυδεύκη, τους κουροτρόφους του Ταΰγετου και του Ευρώτα.
Όλοι φέρνουν μαζί τους τα όπλα, τα σύνεργα, τα κυνηγάρικα σκυλιά. Ο Μέγας Κύων, ο Μικρός Κύων, οι Κύνες Θηρευτές.
Ξανακοιτάς τον ουρανό καταπαλαισμένο από τα θηρία, που τα κρέμασαν στα δέντρα οι πύκτες και οι δρομείς, οι αθλητές και οι ερωτόκριτοι. Μέσα του προβάλλει τώρα ο κόσμος της φυσικής αλήθειας, η ειρήνη, η εμορφιά, η μουσική του. Σε καλεί να τον περπατήσεις και να τον ευφρανθείς.
Πετάς με τα ακάμαντα φτερά του Αετού στα όρη. Ορμάς με την κυματιστή χαίτη του Λέοντα στους κάμπους. Οργώνεις τη γη με τον άγριο Ταύρο, «τον ούρειον και άκμήτα» Αλδεβαράν. Για να σου δώσει με τον καιρό να θερίσεις τον Στάχυ της Παρθένου. Αστρο γαλάζιο και μοναχικό στο μαύρο μυχό του ουρανού. Διακόσια εβδομήντα πέντε έτη φωτός μακρυά από τη Γη μας.
Τώρα σου χαρίζεται η ντελικάτη αίσθηση που σου χρωστιέται. Με τα φτερά του Κύκνου λάμνεις στο τοπίο του φυσικού και της μοίρας σου. Με τους χορευτικούς σάλτους του Δέλφινα παίζεις στους ήχους, και στα χρώματα, και στις μυρωδιές των ημερών σου. Και τραγουδάς τραγούδια με τη Λύρα. Το Βέγα, που τη λένε αλλιώς.
Καβάλα στον Πήγασο, στο λευκό και μελανόμματο άλογο του μακρυνού και του ονείρου, λευτερώνεις, καθώς ο Περσέας, τη βραχωμένη Ανδρομέδα. Σκύβεις επάνω της αθώο μωρό, και θηλάζεις το μακρυνό γαλαξία της τρυφεράδας της.
Τέτοια στέκεται η χρυσή οδηγία του ελληνικού ουρανού. Καθώς την τελούμε και την εκτελούμε, κατέχουμε ότι δεν ζήσαμε χαράμι. Γιατί δεν ανταλλάξαμε τον πολύτιμο πλούτο της εφήμερης ζωής με τη στέρφα πλάνη της αθανασίας.
Ταξιδεύουμε στη γή, όπως οι Δίδυμοι στον ουρανό. Με τη μέρα μας θνητή, που η αψευδής γνώση για τη μοίρα μας τηνε κάνει σχεδόν αθάνατη.
Advertisements
This entry was posted in ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ and tagged . Bookmark the permalink.

Γράψτε ένα σχόλιο.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s