Πολιτική θρησκεία.

images (1)

Ζαν -Ζακ Ρουσσώ

Ζαν- Ζακ Ρουσσώ, «Το Κοινωνικό Συμβόλαιο».

Οι άνθρωποι αρχικά δεν είχαν άλλους βασιλιάδες παρά τους θεούς, ούτε άλλου είδους κυβέρνηση, έξω από τη θεοκρατική. Συλλογίζονταν όπως ο Καλλιγούλας και για κείνη την εποχή συλλογίζονταν σωστά. Χρειάστηκε μια μακρόχρονη αλλοίωση των συναισθημάτων και των ιδεών για να μπορέσουν οι άνθρωποι να δεχτούν για άρχοντα τους ένα όμοιο τους, και να κολακεύονται ότι έτσι είναι καλά.
Απ’ αυτό και μόνο το γεγονός ότι τοποθετούσαν το Θεό σαν επικεφαλής της κάθε πολιτικής κοινωνίας, βγαίνει το συμπέρασμα ότι υπήρχαν τόσοι θεοί, όσοι και λαοί. Δυο λαοί ξένοι ο ένας με τον άλλο και πάντα εχθρικοί δεν μπορούσαν για πολύ καιρό ν» αναγνωρίζουν τον ίδιο αφέντη: δυο στρατιές που δίνουν μάχη μεταξύ τους δεν θα μπορούσαν να υπακούνε στον ίδιο αρχηγό. Έτσι από τις εθνικές διαιρέσεις πρόκυψε ο πολυθεισμός, κι απ’ αυτό, η θεολογική και πολιτκή μισαλλοδοξία, που φυσικά είναι το ίδιο πράγμα, όπως θα δούμε πιο κάτω.

Η ιδιοτροπία των αρχαίων Ελλήνων να ξαναβρίσκουν τους θεούς τους και μέσα στους βάρβαρους λαούς εξηγείται από το γεγονός ότι ήθελαν το ίδιο να θεωρούνται σαν οι φυσικοί ηγέτες αυτών των λαών. Αλλά στην εποχή μας είναι ανόητη σχολαστικότητα να ταυτίζουμε τους θεούς των διαφόρων εθνών λες κι ο Μολώχ, ο Στούρνος κι ο Κρόνος είναι δυνατό να ‘ταν οι ίδιοι θεοί, ή σαν ο Βάαλ των Φοινίκων, ο Δίας των Ελλήνων κι ο Γιούπιτερ των Λατίνων μπορούσαν ποτέ να ναι ίδιοι, ή σαν να ‘ταν δυνατό να χουν κάτι το κοινό, πλάσματα της φαντασίας που είχαν διαφορετικά ονόματα!

Αν όμως ρωτήσει κανένας, πώς γίνεται στον καιρό της ειδωλολατρείας, όπου το κάθε Κράτος είχε τη δική του θρησκεία  και τους  θεούς του, να μην υπήρξαν ποτέ θρησκευτικοί πόλεμοι, θ’ απαντήσω ότι ήταν ακριβώς γι’αυτό, επειδή το κάθε Κράτος έχοντας τη δική του θρησκεία και δική του διακυβέρνηση, δεν ξεχώριζε τους θεούς από τους νόμους του. Ο πολιτικός πόλεμος λοιπόν ήταν μαζί και θρησκευτικός: οι δικαιοδοσίες των θεών καθορίζονταν, κατά κάποιον τρόπο από τα σύνορα των εθνών. Ο θεός ενός λαού δεν είχε κανένα δικαίωμα πάνω στους άλλους λαούς. Οι θεοί των ειδωλολατρών δεν είχαν ζηλοτυπίες μεταξύ τους, αλλά είχαν μοιράσει ανάμεσα τους την κυριαρχία του κόσμου. Ο Μωυσής ακόμη κι ο εβραϊκός λαός αναγνώριζαν καμιά φορά αυτή την ιδέα όταν μιλούσαν για το θεό του Ισραήλ. Θεωρούσαν, είν’ αλήθεια σαν ανύπαρκτους τους θεούς των Χαναναίων, που κατά τη γνώμη τους ήταν προγραμμένος λαός, καταδικασμένος να καταστραφεί, και που αυτοί οι Εβραίοι θα ‘ παιρναν τη θέση του. Αλλά δείτε πώς μιλούσαν για τις θεότητες των γειτονικών λαών που τους ήταν απαγορευμένο να επιτεθούν! «Η κατοχή των όσων ανήκουν στον Αμμωνα – έλεγε ο κριτής Ιαφθέ στους Αμμονίτες   –   τον  θεό   σας,   δεν  σας ανήκει   νόμιμα; Κατέχουμε δικαιωματικά τις εκτάσεις που κατάκτησε ο νικητής θεός μας». Απ’ αυτά τα λόγια νομίζω ότι βγαίνει ξεκάθαρα ότι αναγνώριζαν μια ομοιότητα δικαιωμάτων του Αμμωνα, μ’ αυτά του Θεού του Ισραήλ.

Αλλά όταν οι Εβραίοι, υπόδουλοι των βασιλιάδων της Βαβυλώνας κι ύστερα των βασιλιάδων της Συρίας, θέλησαν με πείσμα να μη αναγνωρίσουν κανένα άλλο θεό έξω από το δικό τους, αυτή η άρνηση θεωρήθηκε σαν μια ανταρσία απέναντι στο νικητή, που τους κόστισε διωγμούς όπως διαβάζουμε στην Ιστορία τους, και που άλλου παράδειγμα τους δεν έχουμε πριν από το χριστανισμό.
Η κάθε θρησκεία όντας λοιπόν απόλυτα προσκολλημένη στους νόμους του Κράτους που την καθόριζε, δεν είχε κανένα άλλο τρόπο για να προσηλυτίσει θρησκευτικά έναν άλλο λαό, έξω από το να τον υποδουλώσει, ούτε άλλους ιεραπόστολους έξω από τους κατακτητές. Και καθώς η υποχρέωση ν’ αλλάξουν θρησκεία ήταν νόμος για τους νικημένους, έπρεπε να νικήσουν ένα λαό πρώτα κι ύστερα να τον προσηλυτίσουν αναγκαστικά. Οι άνθρωποι δεν πολεμούσαν για τους θεούς, αλλά όπως βλέπουμε στον Όμηρο, οι θεοί πολεμούσαν για τους ανθρώπους, – ο καθένας ήθελε τη νίκη για το δικό του λαό που την πλήρωνε με καινούργιους βωμούς. Οι Ρωμαίοι πριν καταλάβουν μια χώρα εξόρκιζαν τους θεούς της να την εγκαταλείψουν, κι αν άφησαν τους Ταραντίνους να διατηρήσουν τους οργισμένους θεούς τους, το ‘καναν επειδή θεωρούσαν τότε αυτούς τους θεούς υποταγμένους στους δικούς τους, κι υποχρεωμένους να τους τιμούν. ‘Αφησαν στους νικημένους τους θεούς τους όπως τους άφησαν και τους νόμους τους. ‘Ενα στεφάνι για τον Γιούπιτερ οτο Καπιτώλιο ήταν συχνά ο μόνος φόρος υποτέλειας που απαιτούσαν από τους νικημένους.

Τελικά έχοντας επεκτείνει μαζί με την αυτοκρατορία τους και την λατρεία τους και τους θεούς τους κι έχοντας συχνά οι ίδιοι υιοθετήσει τους θεούς των νικημένων, παραχωρώντας και στους μεν και, στους δε πολιτικά δικαιώματα, οι λαοί αυτής της τεράστιας αυτοκρατορίας βρέθηκαν ασυναίσθητα να διαθέτουν ένα πλήθος από θεούς και λατρείες, που σχεδόν παντού ήταν ίδιοι, – και να γιατί ο ειδωλολατρισμός έμεινε γνωστός στον κόσμο σαν μια και μοναδική θρησκεία.
Ήταν κάτω απ’ αυτές τις περιστάσεις που ο Χριστός ήρθε να εγκαταστήσει στη γη ένα πνευματικό βασίλειο, -πράγμα που διαχώριζε το θεολογικό από το πολιτικό σύστημα κι έκανε το Κράτος να πάψει να είναι ένα, προκαλώντας εσωτερικές διαιρέσεις, που από τότε δεν έπαψαν ποτέ να συγκλονίζουν τους χριστιανικούς λαούς.
Όμως αυτή η νέα ιδέα για ένα βασίλειο του άλλου κόσμου, δεν κατάφερε ποτέ να εισχωρήσει στο μυαλό των ειδωλολατρών, και θεωρούσαν πάντα τους χριστιανούς σαν καθαρούς αντάρτες, που, κάτω από μια υποκριτική υποταγή, δεν περίμεναν παρά την κατάλληλη στιγμή για να καταστούν ανεξάρτητοι και κύριοι, υφαρπάζοντας επιδέξια την εξουσία που προσποιούνταν ότι σέβονταν όσο ήταν αδύναμοι. Αυτή ήταν η αιτία των διωγμών των χριστιανών.
Αυτό που οι ειδωλολάτρες φοβούνταν, πραγματοποιήθηκε. Και τότε όλα άλλαξαν όψη, οι ταπεινοί χριστιανοί άλλαξαν τόνο ομιλίας, και σε λίγο είδαμε αυτό το υποτιθέμενο βασίλειο του άλλου κόσμου, να γίνεται κάτω από έναν χειροπιαστό ηγέτη, ο πιο βίαιος δεσποτισμός που γνώρισε ποτέ αυτός ο κόσμος.
Ωστόσο, καθώς υπήρχε πάντα ένας ηγέτης και πολιτικοί νόμοι, απ’ αυτή τη διπλή εξουσία πρόκυψε μια μόνιμη σύγκρουση δικαιοδοσιών, που κατάστησε αδύνατη την κάθε καλή πολιτεία, μέσα στα χριστιανικά Κράτη, και κανένας ποτέ δεν κατάφερε να καταλάβει σε ποιόν ήταν υποχεωμένος να υπακούει, στον ηγεμόνα ή στον ιερωμένο.
Πολλοί λαοί ωστόσο, ακόμη και στην Ευρώπη, ή στα γειτονικά της κράτη, θέλησαν να διατηρήσουν ή ν’ αποκαταστήσουν το παλιό σύστημα, αλλά χωρίς επιτυχία, -το πνεύμα του χριστιανισμού επικράτησε παντού. Η θρησκευτική λατρεία παράμεινε πάντα, ή ξανάγινε, ανεξάρτητη από τον ηγεμόνα, και χωρίς αναγκαστικό σύνδεσμο με το σώμα του Κράτους.
Ο Μωάμεθ διατύπωσε πολύ υγιείς θεωρείες, και σύνδεσε καλά το πολιτικό του σύστημα, έτσι που όσο εξακολουθούσε να υπάρχει η μορφή της διακυβέρνησης του κάτω από τους χαλίφες διαδόχους του, αυτή η κυβέρνηση ήταν ουσιαστικά μια και μοναδική και γι’ αυτό καλή. Αλλά οι Αραβες, από τη στιγμή που πλούτισαν, μορφώθηκαν κι εκπολιτίστικαν, έγιναν μαλθακοί και δειλοί κι υποτάχτηκαν στους βάρβαρους. Τότε η διαίρεση ανάμεσα στις δυο εξουσίες, τη θρησκευτική και την πολιτική, ξαναφάνηκε. Παρόλο που υπήρξε λιγότερο φανερή ανάμεσα στους Μωαμεθανούς σε σχέση με τους Χριστιανούς, ήταν μια πραγματική διαίρεση, προπάντων ανάμεσα στη φατρία του Αλή, κι υπάρχουν σήμερα κράτη όπως η Περσία, που γίνεται απόλυτα αισθητή.
Ανάμεσα σε μας τους Χριστιανούς, οι βασιλιάδες της Αγγλίας ανακηρύχθηκαν κι αρχηγοί της Εκκλησίας, πράγμα που έκαναν κι οι Ρώσοι τσάροι. Αλλά παρόλο τον τίτλο αυτό έγιναν περισσότερο υπηρέτες της Εκκλησίας παρά κύριοι της. Απόκτησαν λιγότερο το δικαίωμα να την αλλάζουν και πιο πολύ να τη συντηρούν. Δεν είναι οι νομοθέτες της Εκκλησίας, έγιναν μόνο οι άρχοντες της και τίποτ’ άλλο. Παντού όπου ο Κλήρος αποτέλεσε ένα σώμα είναι ο κύριος κι ο νομοθέτης αυτού του σώματος. Έτσι έχουμε δυο εξουσίες, δυο ηγέτες, τόσο στην Αγγλία και στη Ρωσία, όσο και παντού αλλού.
Απ’ όλους τους χριστιανούς συγγραφείς, ο Χομπς είναι ο μόνος που είδε σωστά το κακό το φάρμακο και που τόλμησε να προτείνει τη συννένωση των δυο κεφαλιών του δικέφαλου αετού, για να ξαναγυρίσουμε στην πολιτική ενότητα, που χωρίς αυτήν ποτέ Κράτος ή κυβέρνηση δεν θα συγκροτηθούν καλά. Αλλά θα ‘πρεπε να δει ότι το πνεύμα κυριαρχίας του χριστανισμού είναι ασυμβίβαστο, μ’ αυτά που πρότεινε ο Χομπς, κι ότι τα συμφέροντα του παπαδαριού θα ναι πάντα πολύ πιο ισχυρά απ’ αυτά του Κράτους. Αλλά δεν είναι τόσο η πλάνη και το τρομερό που υπάρχουν στην πολιτική του θεωρία, όσο το δίκαιο και το αληθινό της, που την έκαναν μισητή.
Πιστεύω πως αν βλέπαμε κάτω απ’ αυτή την άποψη τα γεγονότα της Ιστορίας θ’ απορρίπταμε πολύ εύκολα τις αντίθετες ιδέες των Μπέυλ και Γουάρμπαρτον, – όπου ο ένας υποστηρίζει ότι καμιά θρησκεία δεν είναι χρήσιμη στο πολιτικό σώμα, κι ο άλλος αντίθετα ισχυρίζεται ότι ο χριστιανισμός είναι το πιο σταθερό στήριγμα του Κράτους. Θ’ αποδεικνύαμε στον πρώτο ότι ποτέ δεν θεμελιώθηκε Κράτος χωρίς να’ χει σαν βάση του τη θρησκεία, και στον δεύτερο ότι ο χριστιανισμός είναι κατά βάθος πιο καταστρεπτικός παρά οφέλιμος για την ισχυρή συγκρότηση του Κράτους. Και για να γίνω περισσότερο κατανοητός, πρέπει να μιλήσω με περισσότερη ακρίβεια για ιδέες πολύ αόριστες όπως είναι η θρησκεία σε σχέση με το θέμα μου.
Η θρησκεία, θεωρημένη σε σχέση με την κοινωνία, -σχέση ή γενική ή και ειδική, – μπορεί ακόμη να διαιρεθεί σε δυο είδη, δηλαδή στη θρησκεία του ανθρώπου και σ’ αυτή του πολίτη. Η πρώτη, χωρίς ναούς, χωρίς βωμούς χωρίς λειτουργίες, περιορίζεται στην καθαρά εσωτερική λατρεία του υπέρτατου θεού και στα προαιώνια καθήκοντα της ηθικής, είναι η αγνή κι απλή θρησκεία του Ευαγγελίου, ο αληθινός θεϊσμός, κι αυτό που θα μπορούσαμε ν’ αποκαλέσουμε φυσικό θείο δίκαιο. Η άλλη, περιχαρακωμένη σε μια μόνο χώρα της δίνει τους θεούς της, τους ξεχωριστούς προστάτες αγίους της, – έχει τα δόγματα της, τις τελετές της, την εξωτερική λατρεία της που καθορίζεται από νόμους. Έξω από το μοναδικό έθνος που την ακολουθεί, όλοι είναι γι’ αυτήν άπιστοι, ξένοι, βάρβαροι, και δεν επεκτείνει τα καθήκοντα και τα δικαιώματα του ανθρώπου πιο έξω από τους βωμούς της. Τέτοιες υπήρξαν όλες οι θρησκείες των πρώτων λαών, στις οποίες μπορούμε να δώσουμε την ονομασία του πολιτικού ή θετικού θείου δίκαιου.
Υπάρχει όμως κι ένα τρίτο είδος θρησκείας πιο παράξενο που δίνοντας στους ανθρώπους δυο νομοθεσίες, δυο ηγέτες, δυο πατρίδες, τους υποβάλλει σε αντιφατικά καθήκοντα και τους εμποδίζει να μπορούν να είναι ταυτόχρονα πιστοί και πολίτες. Τέτοια είναι η θρησκεία των Λάμας, των Ιαπώνων, ή του Ρωμαιο-Καθολικισμού. Αυτή μπορούμε να την ονομάσουμε θρησκεία του Ιερατείου. Απ’ αυτή τη θρησκεία βγαίνει ένα δίκαιο μικτό κι αντικοινωνικό, που δεν έχει διόλου όνομα.
Αν εξετάσουμε από πολιτική άποψη αυτά τα τρία είδη θρησκείας, θα δούμε ότι όλα έχουν τα ελαττώματα τους. Το τρίτο είδος είναι φανερά κακό, τόσο πολύ, ώστε δε χρειάζεται να χάσουμε χρόνο άδικα για να το αποδείξουμε. Το κάθε τι που διασπά την κοινωνική ενότητα δεν αξίζει τίποτα. Όλοι οι θεσμοί που φέρνουν τον άνθρωπο σε αντίθεση με τον εαυτό του δεν έχουν την παραμικρή αξία.
Το δεύτερο είδος είναι καλό απ’ την άποψη ότι συνενώνει τη λατρεία του θείου με την αγάπη των νόμων, και καθιστά έτσι την πατρίδα αντικείμενο λατρείας για τους πολίτες, μαθαίνοντας τους ότι το να υπηρετούν το Κράτος είναι σαν να υπηρετούν τον προστάτη τους θεό. Είναι ένα είδος θεοκρατίας, όπου δε μπορεί να υπάρχει άλλος ποντίφηκας έξω από τον ηγεμόνα, ούτε άλλοι άρχοντες από τους ιερείς. ‘Ετσι το να πεθαίνεις για την πατρίδα είναι σαν να γίνεσαι μάρτυρας, ενώ η παράβαση των νόμων είναι αμαρτία, και ο ένοχος υποβάλλεται στο δημόσιο αφορισμό παραδίνοντας τον στην κατάρα του Θεού.
Αλλά το είδος αυτό είναι και κακό επειδή θεμελιώνεται πάνω στην πλάνη και στο ψέμα ξεγελώντας τους ανθρώπους, καθιστώντας τους εύπιοτους, προληπτικούς, και περιορίζει την αληθινή θεϊκή λατρεία σε απλές και μάταιες τελετουργίες. Είναι ακόμη κακό όταν, καθώς γίνεται αποκλειστικό και τυραννικό, μετατρέπει το λαό σε αιμόχαρο και μισαλλόδοξο, – έτσι που να μη του εμπνέει παρά το φόνο και τη σφαγή, πιστεύοντας ότι κάνει μια άγια πράξη σκοτώνοντας όποιον δεν αναγνωρίζει τους θεούς του. Όλο αυτό τοποθετεί ένα λαό σε μια μόνιμη πολεμική κατάσταση μ’ όλους τους άλλους, πολύ καταστρεπτική για τη δική του σιγουριά.
Απομένει λοιπόν η θρησκεία του ανθρώπου, ή ο χριστιανισμός, όχι ο σημερινός μα εκείνος των Ευαγγελίων, που είναι ολότελα διαφορετικός. Μ’ αυτή την άγια, θεία κι αληθινή θρησκεία, οι άνθρωποι, παιδιά του ίδιου του Θεού, αναγνωρίζονται όλοι σαν αδέρφια, κι η κοινωνία που τους ενώνει δε μπορεί να διαλυθεί ούτε με το θάνατο.
Αλλά αυτή η θρησκεία, μη έχοντας καμιά ιδιαίτερη σχέση με το πολιτικό σώμα, αφήνει στους νόμους μόνο τη δύναμη που αντλούν από τον εαυτό τους χωρίς να τους προσθέτει καμιάν άλλη, και εξαιτίας αυτού ένας από τους μεγάλους δεσμούς της ιδιαίτερης κοινωνίας παραμένει χωρίς αποτέλεσμα. Πολύ περισσότερο ακόμη, -αντί να δένει τις καρδιές των πολιτών με το Κράτος, τις αποσπά απ’ αυτό, καθώς κι απ’ όλα τα εγκόσμια. Και δεν ξέρω τίποτ’ άλλο που να είναι πιο αντίθετο με το κοινωνικό πνεύμα.
Μας λένε ότι ένας λαός από πραγματικούς χριστιανούς θ’ αποτελούσε την πιο τέλεια κοινωνία που θα μπορούσαμε να φανταστούμε. Σ’ αυτό το συλλογισμό δε βλέπω παρά μια μεγάλη δυσκολία, -το ότι μια κοινωνία αληθινών χριστιανών δεν θα ήταν πια μια κοινωνία ανθρώπων.
Λέω μάλιστα ότι αυτή η υποτιθέμενη κοινωνία δεν θα ήταν, παρόλη την τελειότητα της, ούτε η πιο δυνατή, ούτε αυτή που θα διαρκούσε το πιο πολύ. Κάτω από την πίεση να είναι τέλεια, δεν θα ‘ χε σύνδεσμο μεταξύ της, και το κακό που θα την κατάστρεφε θα βρισκόταν ακριβώς μέσα σ’ αυτή την τελειότητα της.
Ο καθένας θα εκπλήρωνε το καθήκον του. Ο λαός θα ήταν υποταγμένος στους νόμους, οι ηγέτες θα ήταν δίκαιοι και σεμνοί, οι άρχοντες ακέραιοι αδιάφθοροι, οι στρατιώτες θα περιφρονούσαν το θάνατο, και δεν θα υπήρχε ούτε ματαιοδοξία ούτε πολυτέλεια, -όλ’ αυτά είναι πολύ καλά, μα ας δούμε τί συμβαίνει πιο κάτω.
Ο χριστιανισμός είναι μια θρησκεία πολύ πνευματική, απασχολημένη αποκλειστικά με τα Ουράνια πράγματα: η πατρίδα του χριστιανισμού δεν είναι του κόσμου τούτου. Κάνει το καθήκον του, είναι αλήθεια, αλλά το κάνει με μια βαθιά αδιαφορία σχετικά με το καλό ή το καλό της επιτυχίας των προσπαθειών του. Από τη στιγμή που δε μπορεί να τον κατηγορήσει κανένας για τίποτα, λίγο τον νοιάζει αν όλα θα πάνε καλά ή άσχημα εδώ κάτω. Αν το Κράτος ευημερεί, μόλις που τολμά ν’ απολαύσει τη δημόσια ευτυχία, και φοβάται να περηφανευτεί για τη δόξα της πατρίδας του. Αν το Κράτος φθίνει, ευλογεί το χέρι του Θεού που πέφτει βαρύ πάνω στο λαό του.
Για να είναι ειρηνική η κοινωνία κι η αρμονία να μπορεί να διατηρηθεί, θα ‘ πρεπε όλοι οι πολίτες χωρίς εξαίρεση να είναι το ίδιο καλοί χριστανοί. Αλλά αν δυστυχώς βρεθεί ένας μόνο φιλόδοξος, ένας μόνο υποκριτής, ένας Κατιλίνας λόγου χάρη, ένας Κρόμβελ, αυτοί εδώ πολύ σίγουρα θα βάλουν στο χέρι τους ευσεβείς συμπατριώτες τους. Η χριστιανική» αγάπη, δεν επιτρέπει να σκεφτούμε εύκολα το κακό για τον πλησίον μας. Από τη στιγμή λοιπόν που αυτός ο φιλόδοξος θα βρει με κάποιο τέχνασμα την τέχνη να τους επιβληθεί, και να πάρει στα χέρια του ένα μέρος της οξουσίας να που θα καταστεί αμέσως αξιοσέβαστος κι άξιος. Ο Θεός θέλει να τον σεβόμαστε. Σε λίγο θα πάρει όλη την εξουσία, – ο Θεός θέλει να τον υπακούμε. Ο κάτοχος αυτής της εξουσίας κάνει καταχρήσεις; Είναι η δοκιμασία που στέλνει ο Θεός στα παιδιά του για να τα τιμωρήσει. Κι αν σκέφτονταν ποτέ να καταδιώξουν το σφετεριστή, τότε θα πρεπε να διαταράξουν τη δημόσια γαλήνη, να χρησιμοποιήσουν βία, να χύσουν αίμα, -μα ολ’ αυτά δύσκολα ταιριάζουν με τη χριστιανική νοοτροπία. Και στο κάτω-κάτω τί σημασία έχει αν είμαστε ελεύθεροι ή σκλάβοι μέσα σ’ αυτή την κοιλάδα των οδυρμών; Το βασικό είναι να πάμε στον Παράδεισο, κι η υποταγή είναι ένας απ’ τους δρόμους που οδηγούν σίγουρα εκεί.
Θα ξεσπάσει κάποιος πόλεμος με το εξωτερικό; Οι πολίτες ξεκινούν άφοβα για τη μάχη. Κανένας ανάμεσα τους δε σκέφτεται να φύγει. Κάνουν όλοι το καθήκον τους, αλλά χωρίς πάθος για τη νίκη. Ξέρουν καλύτερα να πεθαίνουν παρά να νικούν. Τί σημασία έχει αν είναι νικητές ή νικημένοι; Η θεία πρόνοια δεν ξέρει τάχα καλύτερα απ’ αυτούς τί τους χρειάζεται; Φανταστείτε πόσο μπορεί να επωφεληθεί απ’ αυτή τη νοοτροπία ένας περήφανος ατρόμητος κι όλο πάθος εχθρός! Βάλτε απέναντι σ’αυτούς τους χριστιανούς τους γενναίους εκείνους λαούς που φλέγονταν από αγάπη για την πατρίδα τους, κι υποθέστε αυτή τη χριστιανική δημοκρατία μας να είναι αντίπαλη της Σπάρτης ή της Ρώμης. Οι θεοσεβούμενοι χριστιανοί θα συντριβούν, κατανικημένοι, θα χαθούν πριν προλάβουν να το καταλάβουν, ή θα διασωθούν μόνο και μόνο από την περιφρόνηση που θα τους δείξουν οι νικητές. Πιστεύω ότι οι στρατιώτες του Φάβιου έδιναν έναν πολύ όμορφο όρκο, -δεν ορκίστηκαν να νικήσουν ή να πεθάνουν, αλλά να γυρίσουν νικητές: και κράτησαν τον όρκο τους. Ποτέ οι Χριστιανοί δεν θα ορκίζονταν κάτι παρόμοιο γιατί θα πίστευαν ότι προσβάλλουν το Θεό.
Αλλά έκανε λάθος μιλώντας για μια χριστιανική δημοκρατία, – αφού η κάθε μια απ’ αυτές τις λέξεις αποκλείει την άλλη. Ο χριστιανισμός κηρύχνει την ταπεινότητα και την εξάρτηση. Το πνεύμα του είναι πολύ ευνοϊκό για την τυραννία, που φροντίζει να επωφελείται πάντα απ’ αυτό. Οι αληθινοί χριστιανοί είναι καμωμένοι για δούλοι δεν ξέρουν να επαναστατούν και δεν το κάνουν ποτέ, – τούτη η σύντομη ζωή έχει πολύ λίγη αξ\α στα μάτια τους.
Τα χριστιανικά στρατεύματα είναι εξαίρετα, μας λένε. Το αρνούμαι. Ας μου δείξουν τέτοια στρατεύματα. Όσο για μένα δεν γνώρισα ποτέ χριστιανικά στρατεύματα. Θα με παραπέμψουν ίσως στις σταυροφορίες. Χωρίς ν’ αμφισβητήσω την αξία των Σταυροφόρων, θα παρατηρήσω ότι κάθε άλλο παρά χριστιανοί ήταν, -μπορεί να ήταν στρατιώτες του Πάπα,  ή πολίτες της Εκκλησίας, αγωνίζονταν για την πνευματική τους πατρίδα, που την κατάστησαν του κόσμου τούτου, κανείς δεν ξέρει πώς. Κι αν το δούμε πιο καθαρά, όλο αυτό είναι πιότερο μια ειδωλολατρεία. Γιατί αφού το Ευαγγέλιο δε μιλά πουθενά για εθνική θρησκεία, ο κάθε θρησκευτικός πόλεμος είναι αδύνατος ανάμεσα στους χριστιανούς.
Την εποχή των ειδωλολατρών αυτοκρατόρων, οι χριστιανοί στρατιώτες ήταν γενναίοι, – όλοι οι χριστιανοί συγγραφείς το βεβαιώνουν αυτό, κι εγώ το πιστεύω.’ Ηταν μια άμιλλα τιμής ανάμεσα στα ειδωλολατρικά στρατεύματα. Από τότε όμως πού οι αυτοκράτορες έγιναν χριστιανοί η άμιλλα αυτή έπαψε να υπάρχει, κι όταν ο Σταυρός αντικατάστησε τον αετό, όλη η ρωμαϊκή γενναιότητα έσβησε.
Αλλ’ αφήνοντας κατά μέρος τις πολιτικές θεωρίες, ας ξαναγυρίσουμε στο δίκαιο κι ας καθορίσουμε τις βασικές αρχές πάνω σ’ αυτό το σημαντικό σημείο. Το δίκαιο που το κοινωνικό συμβόλαιο προσφέρει στον κυρίαρχο λαό, όπως το έχω κιόλας πει, βάζει τα όρια της δημόσιας οφέλειας. Οι υπήκοοι δεν είναι λοιπόν υποχρεωμένοι να δώσουν στον ηγέτη λογαρισμό σχετικά με τις ιδέες τους, από τη στιγμή που οι ιδέες αυτές ενδιαφέρουν την κοινότητα. Ωστόσο, έχει σημασία για το Κράτος να έχει ο κάθε πολίτης μια θρησκεία που να του λέει ότι πρέπει ν’ αγαπά τα καθήκοντα του αλλά τα δόγματα αυτής της θρησκείας δεν ενδιαφέρουν το Κράτος, ούτε τα μέλη του, παρά ως το βαθμό που σχετίζονται με την ηθική και με τα καθήκοντα που οι πιστοί των δογμάτων αυτών θεωρούν ότι είναι υποχρεωμένοι να εκπληρώσουν. Ο καθένας μπορεί να έχει όσες παραπανίσιες απόψεις θέλει, χωρίς να έχει δικαίωμα ο ηγεμόνας να τις ξέρει. Γιατί, καθώς αυτός ο ηγεμόνας δεν έχει καμιά δικαιοδοσία στον άλλο κόσμο, όποια κι αν είναι η μοίρα των υπηκόοων του στη μέλλουσα ζωή, δεν είναι δική του δουλειά, φτάνει αυτοί εδώ να ναι καλοί πολίτες σε τούτη τη ζωή.
Υπάρχει λοιπόν ένα πιστεύω καθαρά πολιτικό, που ανήκει στον ηγεμόνα να καθορίσει τα άρθρα του, οχι όπως συμβαίνει με τα θρησκευτικά πιστεύω αλλά σαν συναισθήματα κοινωνικότητας, που χωρίς αυτά είναι αδύνατο να είσαι καλός πολίτης ούτε πιστός υπήκοος (2). Χωρίς να ‘ χει το δικαίωμα να υποχρεώσει κανένα να τα πιστέψει, μπορεί να εξορίσει από το Κράτος όποιον δεν τα παραδέχεται. Μπορεί να τον εξορίσει, όχι σαν αμαρτωλό, αλλά σαν αντικοινωνικό άτομο, ανίκανο ν’ αγαπήσει ειλικρινά τους νόμους τη δικαιοσύνη και να θυσιάσει αν είναι ανάγκη ακόμη και τη ζωή του, στο καθήκον του. Κι αν κανένας αφού παραδεχτεί δημόσια αυτό το πολιτικό πιστεύω, συμπεριφερθεί κατόπι σαν μη το πιστεύει, θα τιμωρηθεί με θάνατο, -έχει διαπράξει ένα από τα πιο μεγάλα εγκλήματα, είπε ψέματα μπροστά στο νόμο.
Τα δόγματα της πολιτικής θρησκείας πρέπει να είναι απλά, λίγα σε αριθμό, διατυπωμένα με ακρίβεια, χωρίς ερμηνείες και σχόλια. Η ύπαρξη της θείας δύναμης, της ευεργετικής, της παντογνώστριας και πανάγαθης που όλα τα προβλέπει, η ύπαρξη της μέλλουσας ζωής, η τιμωρία των κακών, κι η ανταμοιβή των δίκαιων, η ιερότητα του κοινωνικού συβμόλαιου κι οι νόμοι, – αυτά είναι τα θετικά δόγματα. ‘Οσο για τ’ αρνητικά, τα περιορίζω σ’ ένα μόνο, -στη μισαλλοδοξία, γιατί μας ξαναγυρίζει σε θρησκείες που έχουμε αποκλείσει.
Αυτοί που κάνουν διάκριση ανάμεσα στην πολιτική και στη θρησκευτική μισαλλοδοξία, γελιούνται, κοροϊδεύουν τον εαυτό τους, κατά τη γνώμη μου. Αυτές οι δυο μισαλλοδοξίες είναι αξεχώριστες. Είναι αδύνατο να ζήσεις ειρηνικά με ανθρώπους που τους θεωρείς καταραμένους. Το να τους αγαπάς σημαίνει ότι μισείς το Θεό που τους τιμωρεί, -πρέπει λοιπόν απόλυτα να τους φέρεις στο σωστό δρόμο ή να τους βασανίσεις.
Παντού όπου γίνεται αποδεχτή η θρησκευτική μισαλλοδοξία, είναι αδύνατο να μη έχει και κάποια πολιτική επίπτωση [Ο γάμος λόγου χάρη, όντας ένα αστικό συμβόλαιο, έχει αστικές επιπτώσεις, που χωρίς αυτές είναι σχεδόν αδύνατο να υπάρξει μια κοινωνία. Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι ο Κλήρος καταφέρνει να κρατήσει μόνο για τον εαυτό του το δικαίωμα αυτού του συμβολαίου, – δικαίωμα που πρέπει αναγκαστικά να το πάρει σε μια θρησκεία όπου επικρατεί η μισαλλοδοξία. Τότε δεν είναι ολοφάνερο πως επιδεικνύοντας με την κάθε ευκαιρία το κύρος της η Εκκλησία καθιστά μάταιη την εξουσία του ηγεμόνα, που δεν θα χει πια υπηκόους παρά μόνον αυτούς που η Εκκλησία θα του το παραχωρήσει. ‘ Εχοντας τη δύναμη να παντρευτεί ή να μη παντρευτεί τους ανθρώπους, ανάλογα με το τι πιστεύουν, ή με το αν δέχονται ή όχι αυτό ή το άλλο δόγμα, ανάλογα με το αν της είναι ή όχι αφοσιωμένοι, δεν γίνεται φανερό ότι η Εκκλησία εξουσιάζει από μόνη της τις κληρονομιές, τ’αξιώματα, τους πολίτες, και το ίδιο το Κράτος, που δεν θα μπορούσε να επιβιώσει μια που δεν θα στηριζόταν πια παρά σε νόθους; Αλλά θα μου πείτε, τότε μπορεί κανένας να καταγγείλει την Εκκλησία για αυθαιρεσίες, ναι, θα την καλέσουν ν’ απολογηθεί, θα βγάλουν απόφαση και θα της πάρουν την εγκόσμια εξουσία. Δυστυχώς. Η Εκκλησία και λίγο να χει, δε λέω κουράγιο, μα κοινό μυαλό, θα τους αφήσει να κάνουν ό,τι θέλουν κι αυτή θα συνεχίσει ήσυχα το δρόμο της. Ας καταγγέλλουν όσο θέλουν, ας βγάζουν όσα διατάγματα τους αρέσει, αυτή θα εξακολουθήσει στο τέλος να ναι στην εξουσία. Γιατί δεν είναι μεγάλη θυσία να παραιτηθείς από κάτι, προσωρινά, όταν είσαι βέβαιος ότί στο τέλος θα τα κερδίσεις όλα!].
Μόλις αυτή η επίπτωση καταστεί φανερή, ο κυρίαρχος λαός δεν είναι πια κυρίαρχος ούτε σ’ αυτό τον προσωρινό κόσμο, μια που το ιερατείο θα είναι οι πραγματικοί ηγεμόνες, κι οι βασιλιάδες δεν θα ‘ ναι πια παρά υπάλληλοι του.
Τώρα που δεν υπάρχει και δε μπορεί πια να υπάρξει αποκλειστική εθνική θρησκεία, οφείλουμε ν’ ανεχόμαστε όλες τις θρησκείες που ανέχονται τις άλλες, από τη στιγμή που τα δόγματα τους δεν έχουν τίποτα που να ‘ρχεται σ’ αντίθεση με τα καθήκοντα του πολίτη. Αλλά ποιος θα τολμήσει να πει: Έξω από την Εκκλησία, δεν θέλω σωτηρία ψυχής; Θα τον κυνηγήσουν από το Κράτος, εχτός αν το ίδιο το Κράτος είναι η Εκκλησία κι ο ηγεμόνας ο αρχιερέας της. ‘Ενα τέτοιο δόγμα δεν είναι καλό παρά σε μια θεοκρατική κυβέρνηση, σ’ όλες τις άλλες είναι βλαβερό. Ο λόγος για τον οποίο λένε ότι ο Ερρίκος ο 4ος ασπάστηκε την Ρωμαιοκαθολική θρησκεία είναι το ότι αν δεν το ‘κάνε αυτό θα υποχρέωνε κάθε τίμιο άνθρωπο να την εγκαταλείψει και προπάντων κάθε λογικό ηγεμόνα.

Advertisements
This entry was posted in ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ and tagged . Bookmark the permalink.

Γράψτε ένα σχόλιο.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s